Κερκυραϊκά πανηγύρια

Το καλοκαίρι στην Κέρκυρα χαρακτηρίζεται από τον μεγάλο αριθμό των πανηγυριών. Όλα ξεκινούν μετά το Πάσχα, με πρώτο το πανηγύρι του μοναστηριού της Παλαιοκαστρίτσας τη Νιά Παρασκευή (της Ζωοδόχου Πηγής), ουσιαστικά όμως τα καλοκαιρινά πανηγύρια ξεκινούν στο τέλος του Μάη ή στις αρχές Ιουνίου, με το πανηγύρι της Πεντηκοστής στους Καστελλάνους της Μέσης (η Πεντηκοστή είναι κινητή γιορτή και ορίζεται με βάση την ημερομηνία εορτασμού του Πάσχα) για να κλείσουν ουσιαστικά με τα πανηγύρια της Οδηγήτριας σε πολλά χωριά.

Τα κερκυραϊκά πανηγύρια δεν έχουν καμιά σχέση με τις εμποροπανηγύρεις που στήνονται στους δρόμους γύρω από τους ναούς στην Αθήνα, ή τα οργανωμένα πανηγύρια του ηπειρωτικού χώρου. Τα κερκυραϊκά πανηγύρια είναι στην πραγματικότητα ένας συνδυασμός προσκυνήματος στον εορτάζοντα ναό και συμμετοχής σε αυτοσχέδιες συνεστιάσεις όπου επικρατεί η κρεοφαγία, το ποτό και ο χορός, υπό τον ήχο της ορχήστρας και των καμπάνων του ναού που χτυπούν ασταμάτητα «αλάρμα».

Όλα στήνονται πρόχειρα σε χώρο ελεύθερο κοντά στον ναό και οργανώνονται από τους τοπικούς πολιτιστικούς ή αθλητικούς συλλόγους των χωριών: ένας υπερυψωμένος χώρος για την ορχήστρα, κάπου κοντά οι μικροπωλητές με τα παιχνίδια τους (άλλοτε ήταν περισσότεροι, σήμερα ένας ή δύο έχουν απομείνει), πιο πέρα οι ψήστες με τα αρνιά να ψήνονται και οι ψησταριές των συλλόγων με τα σουβλάκια και τα ψυγεία με τα αναψυκτικά. Τραπέζια και καρέκλες πλαστικές σήμερα (άλλοτε σε πάγκους ή ακόμη και κάτω από τα δένδρα), απλώνονται στον γύρω χώρο όπου οι πανηγυριώτες ελεύθερα μπορούν να καθήσουν, να πιούν ή να φάνε ό,τι αυτοί προτιμούν.


Η ορχήστρα, πληρωμένη συνήθως από τους συλλόγους ή από την εκκλησία, ακολουθεί το δικό της πρόγραμμα με τοπικά παραδοσιακά τραγούδια, νησιώτικα, λαϊκά, τραγούδια γραμμένα για τις ανάγκες του πανηγυριού και του χορού ή προσαρμοσμένα στον κάθε τόπο ή χωριό. Ο χορός ελεύθερος, αναπτύσσεται σε κύκλους για μικρούς και μεγάλους, έχοντες και μη έχοντες, κατέχοντες και μη κατέχοντες.

Απαραίτητος σε κάθε κερκυραϊκή γιορτή και πανηγύρι είναι ό «άρτος» ή το «αρτόπουλο» (μικρός άρτος): αρτοσκεύασμα φτιαγμένο από φίνο αλεύρι, ζάχαρη και αρωματικές ουσίες, με κυρίαρχο το γλυκάνισο και το σουσάμι. Φρέσκος και αφράτος λιώνει στο στόμα, πιο ξερός σε μεθά με το άρωμα του γλυκάνισου.

Σε κάθε γιορτή και πανηγύρι ο άρτος είναι πολύς και μάλιστα «free», σύμφωνα με την έκφραση νεαρού προσκυνητή στη γιορτή του Δεκαπενταύγουστου. Η πλούσια προσφορά άρτου αποτελεί χαρακτηριστικό γνώρισμα των κερκυραϊκών γιορτών και πανηγυριών. Οι πανηγυριώτες, που θα περάσουν από την εκκλησία, από την παραμονή το βράδυ, μετά τον εσπερινό και την αρτοκλασία, και έως το βράδυ της ημέρας της εορτής θα βρουν τον επίτροπο του ναού να τους προσφέρει «άρτο», όχι έναν αλλά δύο και τρείς. Οι εκκλησίες φροντίζουν να προμηθεύονται μεγάλες ποσότητες ώστε να φθάσει για όλους. Οι φούρνοι, ειδικά στις μέρες που οι ναοί που γιορτάζουν είναι πολλοί, όπως για παράδειγμα στις γιορτές της Παναγίας, κυριολεκτικά δεν προφθάνουν για να ανταποκριθούν στη ζήτηση. Ο καθαγιασμός των πέντε άρτων το βράδυ της παραμονής ή την ημέρα της εορτής απλώνεται και στη μεγάλη ποσότητα των μικρών άρτων που πρόκειται να διανεμηθούν.


Χιλιάδες τα «αρτόπουλα» που παραγγέλνονται, με έξοδα του ναού αλλά και των ενοριτών οι οποίοι συμβάλλουν, κατά την δύναμή τους προσφέροντας χρήματα στον ναό. Η αγωνία των επιτρόπων είναι μην μείνει προσκυνητής χωρίς άρτο ή άρτους. Και όσοι περισσεύουν, αυτοί μοιράζονται τις επόμενες μέρες στους ενορίτες (άλλοτε γύριζε ο επίτροπος με τους άρτους και τον δίσκο, καλώντας τους ενορίτες να προσφέρουν κάτι για τον άρτο που λάμβαναν).

Οι φωτογραφίες από το πανηγύρι της Οδηγήτριας στους Αγίους Δέκα.

Η φωτογραφία με τους άρτους, από την Ελεούσα Κυνοπιαστών.