Ο Θεός που περιμένει


Παραμονή Δεκαπενταύγουστου. Στο μοναστήρι μόλις τελειώνει ο εσπερινός και ο κατά τόπον μητροπολίτης κηρύσσει, όρθιος στην ωραία πύλη. Μετά, συνοδευόμενος από τον ηγούμενο, δεξιώνεται, λιτά προφανώς λόγω της ημέρας, στο αρχονταρίκι του μοναστηριού.

Λίγο πιο πέρα, βρίσκεται σε εξέλιξη η λιτάνευση του Επιταφίου της Παναγίας. Έχει ξεκινήσει από τον εορτάζοντα ναό, και ακολουθώντας κυκλική διαδρομή με κατεύθυνση από αριστερά προς τα δεξιά (για την κατεύθυνση αυτή πολλά έχουν γραφτεί), πλησιάζει στο μοναστήρι. Από τον κεντρικό δρόμο, μπροστά από το μοναστήρι, όπου βρίσκεται συγκεντρωμένος κόσμος πολύς, όπως κάθε χρόνο άλλωστε, περνούν τα λάβαρα, η φιλαρμονική και η χορωδία του ναού. Όταν φτάνουν οι ιερείς που συνοδεύουν τον Επιτάφιο, κοντοστέκονται και μαζί με αυτούς όλοι όσοι ακολουθούν ευλαβικά. Στρέφουν το βλέμμα προς το μοναστήρι. Περιμένουν, όμως κανείς δεν εμφανίζεται. Μόνον ο καθολικός αρχιεπίσκοπος, που και αυτός περίμενε στο προαύλιο του μοναστηριού, εμφανίζεται, χαιρετά και εντάσσεται στην ομάδα των επισήμων που ακολουθούν τον Επιτάφιο. Οι ιερείς φαίνεται να βρίσκονται σε αμηχανία. Ήταν προφανές ότι κάτι δεν πήγαινε καλά. Ο προεξάρχων έρχεται σε συνεννόηση με τους άλλους, κυρίως τους παλαιότερους και περισσότερο έμπειρους, και εν τέλει αποφασίζει να συνεχίσουν.

Οι γιορτές, οι πάσης φύσεως τελετές, είναι ευκαιρίες συνάντησης, τρόποι με τους οποίους ο άνθρωπος έρχεται κοντά στον Θεό. Το περιστατικό των ιερέων που περίμεναν, κυρίως όμως του Επιταφίου που στάθηκε περιμένοντας, μου έφερε στον νου την ιδιαιτερότητα του χριστιανικού Θεού, ενός Θεού που περιμένει. Κάπως έτσι, σκέφτηκα, και ο Θεός περιμένει τον άνθρωπο, μόνο που δεν φεύγει, όταν ο άνθρωπος δεν έρχεται να τον συναντήσει. Στέκει και περιμένει.

Ο χριστιανικός Θεός έχει τη μορφή του πατέρα στην παραβολή του άσωτου γιού: περιμένει. Δεν παρεμβαίνει την απόφαση του γιού να εγκαταλείψει το σπίτι, δεν τον παρεμποδίζει, ούτε και προσπαθεί να τον φέρει πίσω. Περιμένει. Οποιαδήποτε άλλωστε κίνηση είτε παρεμπόδισης είτε πρόσκλησης για επιστροφή θα συνιστούσε περιορισμό της ελεύθερης βούλησης του γιού, δηλαδή άρση ενός στοιχείου της «κατ’ εἰκόνα» Θεού δημιουργίας του. Περιμένει, έτοιμος να δεχθεί με ανοιχτή αγκαλιά και χωρίς κανένα σχόλιο, τον γιό. Και όταν αυτός γυρίζει, τρέχει να το προϋπαντήσει, στρώνει το τραπέζι για να τον καλοδεχθεί, χωρίς να ρωτά, χωρίς να μέμφεται, χωρίς να ζητά εξηγήσεις, χωρίς να τιμωρεί. Όλα αυτά τα γεύτηκε ήδη ο γιός κατά τη μακρόχρονη απουσία του. Η απόφασή του να γυρίσει αρκεί διότι «ἦν νεκρὸς καὶ ἀνέζησε, ἦν ἀπολωλὼς καὶ εὑρέθη».

Advertisements