Κριτήρια αξιολόγησης εκπαιδευτικού έργου: Ματιές στην ιστορία


Τις τελευταίες ημέρες πολύς λόγος γίνεται ξανά για την αξιολόγηση των εκπαιδευτικών και του εκπαιδευτικού έργου και ποικίλες είναι οι αντιδράσεις, που εκτείνονται σε όλο το φάσμα, από την απόλυτη άρνηση έως την πλήρη αποδοχή των σχεδίων και των προτάσεων του αρμόδιου υπουργείου. Το θέμα φυσικά δεν είναι νέο. Πριν δεκαπέντε χρόνια ο νόμος 2525/97 καθόριζε επακριβώς τον τρόπο και τις μεθόδους για την αξιολόγηση του εκπαιδευτικού έργου Πρωτοβάθμιας και Δευτεροβάθμιας Εκπαίδευσης, χωρίς φυσικά ποτέ να εφαρμοστεί.

Το σημείωμα αυτό περιέχει το αποτέλεσμα μιας σύντομης διερεύνησης του ζητήματος της αξιολόγησης του εκπαιδευτικού έργου στην πρότερη της δημιουργίας του ελληνικού κράτους περίοδο, ή διαφορετικά το αποτέλεσμα μιας ακαδημαϊκής αναζήτησης απαντήσεων σε ερωτήματα που αφορούν στην ύπαρξη αξιολόγησης, στα κριτήρια και στη μέθοδο που τότε ακολουθούνταν. Η έρευνα επικεντρώθηκε στις νησιωτικές περιοχές του βενετοκρατούμενου ελληνικού χώρου και κυρίως στα νησιά του Ιονίου (Κέρκυρα, Κεφαλονιά και Ζάκυνθο), απ’ όπου έχει διασωθεί πλήθος συμβάσεων μαθητείας που αφορούν στην παροχή στοιχειώδους εκπαίδευσης. Μέσα από αυτές αναδύεται όχι μόνον το ακολουθούμενο σύστημα εκπαίδευσης, η χρονική διάρκεια, η ύλη διδασκαλίας και το κόστος που συνεπαγόταν για τον γονιό, αλλά και ο τρόπος αξιολόγησης του μαθησιακού γεγονότος.

Σε πολλές από τις συμβάσεις γίνεται λόγος για εξεταστικές επιτροπές, συνήθως διμελείς (σε περίπτωση αμφιβολίας μπορούσε να προστεθεί ένα ακόμη μέλος), αποτελούμενες από δάσκαλους και μορφωμένους ιερείς, οι οποίες έκριναν την ικανότητα του δασκάλου στην μετάδοση γνώσεων, με βάση τις γνώσεις που ο μαθητής είχε αποκτήσει κοντά του. Οι επιτροπές αυτές συσταίνονταν είτε στο τέλος της συμφωνηθείσας περιόδου μαθητείας είτε και κατά τη διάρκειά της, οι δε γνωματεύσεις τους προσδιόριζαν συχνά το τελικό ύψος της αμοιβής του δασκάλου.

Έτσι, για παράδειγμα, ο δάσκαλος Δήμος Προσαλέντης δέχτηκε, όταν σύναψε στις 9 Απριλίου του 1554 τη σχετική σύμβαση με τον Ματίο Στατήρη, την προσθήκη ρήτρας η οποία προέβλεπε πως αν το παιδί του Στατήρη δεν μάθαινε να διαβάζει καλά στα τρία λειτουργικά βιβλία (Οκτώηχο, Ψαλτήρι και Απόστολο), τότε θα καλούνταν δύο δάσκαλοι, οι οποίοι θα εξέταζαν τί ακριβώς είχε μάθει και ανάλογα θα προσδιοριζόταν ο μισθός του. Η παρουσία ελεγκτών ήταν επίσης ένα από τα χαρακτηριστικά στοιχεία στο σχολείο του ιερέα Θεόδωρου Σμόλη, στην περιοχή της Λευκίμμης στη νότια Κέρκυρα. Στις γνωστές συμβάσεις που έχει συνάψει, περιλαμβάνονται ρήτρες που προέβλεπαν την ύπαρξη «επιθεωρητών» (δασκάλων ή ιερέων), οι οποίοι ήλεγχαν τα μεμαθημένα και κατά τη διάρκεια της μαθητείας (μια φορά τον χρόνο) και στο τέλος, και αποφαίνονταν για την επίτευξη του στόχου της διδασκαλίας. Ο ιερέας συμφωνούσε επίσης, πάντα από την αρχή, ότι δεν θα ήγειρε καμιά απαίτηση για αμοιβή, αν δεν μάθαινε γράμματα στους μαθητές, ότι θα επέστρεφε την αμοιβή του αν έδιωχνε το παιδί επειδή δεν διάβαζε, ότι θα συνέχιζε τη διδασκαλία χωρίς αμοιβή σε περίπτωση που η εξεταστική επιτροπή έκρινε ότι μέσα στο καθορισμένο χρονικό διάστημα της μαθητείας το παιδί δεν είχε μάθει όσα αυτός είχε υποσχεθεί ότι θα διδάξει.

Από τις συμβάσεις μαθητείας και τις λιγοστές περιπτώσεις στις οποίες είναι γνωστές οι αποφάσεις των συγκροτούμενων εξεταστικών επιτροπών, προκύπτουν τα ακόλουθα:

Δεν εξεταζόταν ούτε η γνωστική επάρκεια του δασκάλου, ούτε οι σπουδές του, ούτε το συγγραφικό του έργο. Όλα αυτά δεν χρειάζονταν πιστοποίηση, αρκούσε η γενική εκτίμηση και η ικανότητά του, όπως αυτή αποδεικνυόταν από τον κύκλο των μαθητών του. Μην ξεχνάμε τον τότε ιδιωτικό χαρακτήρα της στοιχειώδους και της μέσης εκπαίδευσης. Ακόμη και εκεί όπου υπήρχαν δημόσια σχολεία (σχολεία δηλαδή χρηματοδοτούμενα από τις κοινότητες ή το δημόσιο ταμείο) τα κριτήρια επιλογής των δασκάλων δεν φαίνεται πως ήταν διαφορετικά.

Αντικείμενο αξιολόγησης ήταν η αποτελεσματικότητα της διδασκαλίας, όπως αυτή πιστοποιούνταν από τις αποκτηθείσες ικανότητες των μαθητών. Ο δάσκαλος έπρεπε οπωσδήποτε να μάθει το παιδί γράμματα και για το αποτέλεσμα της εργασίας του κρινόταν από τους «ελεγκτές» συναδέλφους του. Ο δάσκαλος, κατά την αντίληψη της εποχής, μάλλον παραλληλιζόταν είτε με τεχνίτη, ο οποίος εκαλείτο να δώσει μορφή στον νου του μαθητή (όπως ο λιθοξόος στην πέτρα ή ο ξυλογλύπτης στο ξύλο) είτε με γραφέα ο οποίος έπρεπε να γράψει πάνω σε άγραφο πίνακα, προϋποθέτοντας κατ’ αρχήν την καταλληλότητα και τη δεκτικότητα του μαθητή.

Σε περίπτωση αποτυχίας την ευθύνη έφερε ακέραια ο δάσκαλος. Η επιμέλεια, η ευστροφία, η δεκτικότητα του μαθητή, η συμμετοχή του στο μαθησιακό γεγονός, δεν αξιολογούνταν ούτε λαμβανόταν υπόψη όταν οι «κριτές» αποφαίνονταν αν ήταν ή όχι «μαθημένο», γι’ αυτό και ο δάσκαλος δεσμευόταν να συνεχίσει τη διδασκαλία, χωρίς αμοιβή, έως ότου ο μαθητής μάθει τα συμφωνηθέντα!

Μέσα από τα κείμενα λοιπόν της εποχής, επιβεβαιώνεται η ύπαρξη αξιολόγησης του εκπαιδευτικού και του έργου του στον ελληνικό νησιωτικό χώρο κατά την εξεταζόμενη χρονική περίοδο, διευκρινίζονται τα κριτήρια, το αντικείμενο, ο τρόπος με τον οποίον αυτή επιτελείτο, και αποκαλύπτεται η νοοτροπία μιας εποχής που έχει παρέλθει ανεπιστρεπτί. Οι περιγραφόμενες πρακτικές προφανώς δεν μπορούν να έχουν καμιά εφαρμογή, είναι όμως χρήσιμες, αφού ενισχύουν αυτό που θα έπρεπε σήμερα να θεωρείται αυτονόητο, την ανάγκη δηλαδή αξιολόγησης του εκπαιδευτικού και του έργου του.

Περισσότερα για τη στοιχειώδη εκπαίδευση στον βενετοκρατούμενο ελληνικό χώρο με έμφαση στην Κέρκυρα, βλ. Παναγιώτα Τζιβάρα, Σχολεία και δάσκαλοι στην βενετοκρατούμενη Κέρκυρα (16ος-18ος αι.), Αθήνα 2003, σ. 241 εξής.