Αρχεία- Ματιές στην ελληνική ιδιαιτερότητα

Τα αρχεία διασφαλίζουν τη ομαλή λειτουργία του κράτους. Γι’ αυτό κύριο μέλημα των οργανωμένων κοινωνιών και των κρατικών σχηματισμών ήταν και είναι η διατήρηση και καλή λειτουργία των αρχείων.

Τα αρχεία αποκαλύπτουν τις προθέσεις, τους σχεδιασμούς, την πολιτική που ακολουθούσε ένα κράτος σε δεδομένη στιγμή, αλλά και στη μακρά διάρκεια. Γι’ αυτό μέλημα των κρατών της Ευρώπης, όπως διαπιστώνεται από την ίδια την ιστορία των σωζόμενων σήμερα αρχείων, ήταν, μετά την κατάκτηση ενός τόπου, η περισυλλογή των σημαντικών αρχειακών συλλογών, οι οποίες συνέχιζαν να έχουν ενδιαφέρον και χρόνια μετά, αφότου μια κρατική οντότητα είχε πάψει να υπάρχει. Απτό παράδειγμα αποτελεί το ιδιαίτερο ενδιαφέρον της Αυστρίας τον 19ο αιώνα για τα βενετικά αρχεία.

Τα αρχεία είναι οι οδηγοί της μνήμης. Τα αρχεία αποτελούν την πηγή για την αναζήτηση της ιστορικής αλήθειας. Αποτελούν τη βάση πάνω στην οποία κτίζεται η αυτοσυνειδησία ενός λαού. Οι Ιταλοί, από τα πρώτα χρόνια της ενοποίησης αλλά και στη συνέχεια, ακόμη και κατά τη διάρκεια του Δεύτερου Παγκοσμίου Πολέμου, αυτό είχαν ως κύριο μέλημα, αναζητώντας στην Ελλάδα τα αρχεία ιταλικού ενδιαφέροντος, δηλαδή τα βενετικά αρχεία. Τόνιζαν μάλιστα ότι αυτά δεν αφορούσαν τους ντόπιους πληθυσμούς, αλλά την Dominante και τη φυσική της συνέχεια.

Και εμείς;

Είμαστε ένας λαός που αναζητά το παρελθόν του και το βρίσκει στα μάρμαρα, αδιάψευστους μάρτυρες ενός μακρινού λαμπρού παρελθόντος στο οποίο διαρκώς ανατρέχουμε, μάρτυρες που στο διάβα του χρόνου έμειναν όχι γιατί τα διαφυλάξαμε, αλλά γιατί δεν καταφέραμε να τα σβήσουμε όλα, να τα μετατρέψουμε σε κάτι άλλο, να τα «αξιοποιήσουμε». Το διάστημα που μας χωρίζει από αυτό το μακρινό παρελθόν μοιάζει να μην μας ενδιαφέρει και τόσο, λες και εκεί σταμάτησε η όποια καταγραφή της μνήμης. Η χιλιόχρονη βυζαντινή παρουσία, η δύσκολη περίοδος της τουρκοκρατίας και της λατινοκρατίας, παρότι πιο κοντινές, μοιάζουν απόμακρες, ίσως γιατί γι’ αυτές δεν μιλούν τα μάρμαρα, αλλά τα κείμενα, τα χειρόγραφα, που φυλάσσονται στις βιβλιοθήκες (εκκλησιαστικές και δημόσιες, εγχώριες και ξένες), και τα αρχεία, λιγότερα εδώ περισσότερα στο εξωτερικό, ο όγκος των οποίων τρομάζει ή ίσως υποψιάζει για καλά κρυμμένα μυστικά.

Στηριζόμαστε περισσότερο στον λόγο και όχι στο κείμενο. Αυτό θα μπορούσε να σκεφτεί κάποιος, αν λάβει υπόψη ότι ακόμη ακούγεται στις συναλλαγές η φράση «ο λόγος μου συμβόλαιο». Γνωρίζουμε ότι τα έπεα είναι πτερόεντα, εντούτοις επιμένουμε να εμπιστευόμαστε τον προφορικό λόγο. Η προσφυγή στη γραπτή διατύπωση του λόγου, φαίνεται να προσβάλλει, να μειώνει το πρόσωπο και τη φερεγγυότητά του.

Κατάλοιπο του εκτεταμένου αναλφαβητισμού για μια μακρά περίοδο της ελληνικής ιστορίας, με συνέπεια τη δυσπιστία στο γραπτό κείμενο, ή αντίδραση απέναντι στη βαρύτητα της γραπτής διατύπωσης, την οποία δεν μπορεί να υποφέρει η αβάσταχτη ελαφρότητα του ελληνικού είναι; Όπως και αν το δει κανείς, γεγονός είναι ότι οδήγησε στην υποτίμηση του αρχείου, ως φυσικής συνέπειας της ανθρώπινης δραστηριότητας. Ήταν μάλιστα τόσο δυνατή αυτή η στάση ώστε επηρέασε και εκείνα τα τμήματα του σημερινού ελληνικού κράτους, που διατηρούσαν έως το τέλος του 19ου αιώνα τη συνήθεια της «δια κονδυλίου» σύναψης των συμφωνιών (αναφέρομαι κυρίως στον επτανησιακό χώρο).

Έως τα πρώτα βήματα του ελληνικού κράτους, στον χερσαίο ελληνικό χώρο, με εξαίρεση την άρχουσα Εκκλησία και τα μοναστήρια, δεν υπήρχε η έννοια του αρχείου. Εξαίρεση αποτελούσαν τα ελληνικά νησιά, τα οποία αντί της τουρκοκρατίας γνώρισαν τη λατινική κατοχή. Εκεί το αρχείο αποτελούσε στοιχείο της καθημερινότητας και απαραίτητη προϋπόθεση για την ορθή λειτουργία του κρατικού μηχανισμού από τον 15ο αιώνα και στη συνέχεια. Η τήρηση μάλιστα αρχείου πέρασε και στην ιδιωτική ζωή. Η κάθε οικογένεια, καλοστεκούμενη ή όχι, μέλος της άρχουσας τάξης, ή ταπεινή αγροτική σε κάποιο από τα χωριά, θεωρούσε αυτονόητο να κρατά κατά μέρος, καλά φυλαγμένα και ταξινομημένα όλα τα έγγραφα που την αφορούσαν και τα οποία συνήθως περιλάμβαναν προικοσύμφωνα, αγοραπωλησίες, μισθώσεις αγροτικών ακινήτων, κατάστιχα δοσοληψιών, αλλά και σημειώσεις ληξιαρχικού χαρακτήρα για το στενό και το ευρύτερο συγγενικό περιβάλλον.

Στο διάστημα των 190 περίπου χρόνων ύπαρξης του ελληνικού κράτους πολλά έγιναν, αλλά όχι όσα θα έπρεπε. Στο ελληνικό κράτος η τήρηση αρχείου διαπιστώνεται ήδη από τα πρώτα βήματα της συγκρότησής του, η ίδρυση όμως ξεχωριστής υπηρεσίας ή υπηρεσιών με συγκεκριμένη αρμοδιότητα, δηλαδή τη συγκέντρωση, την ταξινόμηση και τη διαφύλαξη των αρχείων θα γίνει πολύ αργότερα. Γεγονός είναι πάντως ότι το αρχείο και η σημασία του δεν εκτιμήθηκαν. Συνέπεια αυτού είναι η απώλεια σημαντικού τμήματος των αρχειακών συλλογών που άλλοτε υπήρχαν, η ουσιαστική εγκατάλειψη όσων διασώθηκαν, η καταστροφή σύγχρονων αρχείων, μοναδικής σημασίας για την ιστορία της χώρας του δεύτερου μισού του 20ού αιώνα, σε μια προσπάθεια συνειδητής διαγραφής του παρελθόντος.

Χαρακτηριστικό παράδειγμα αποτελεί η απόφαση της καταστροφής των ατομικών φακέλων πολιτικών φρονημάτων των Ελλήνων πολιτών, που φυλάσσονταν στις υπηρεσίες του Υπουργείου Δημόσιας Τάξης. Η αρχική σκέψη για την καταστροφή των φακέλων ξεκίνησε το 1981, όταν αυτοί αποσύρθηκαν, και προετοιμάστηκε η καταστροφή τους, η τότε όμως πολιτική ηγεσία δεν προχώρησε διότι πείσθηκε ότι αποτελούσαν πολύτιμο αρχειακό υλικό, έπειτα από τη συλλογική διαμαρτυρία της επιστημονικής κοινότητας.

Το 1989 (με την ευκαιρία της συμπλήρωσης 40 χρόνων από τον τερματισμό του εμφυλίου πολέμου), η κυβέρνηση αποφάσισε την καταστροφή των φακέλων, με την υπουργική απόφαση αριθ. 8504/7-14668 των υπουργείων Προεδρίας, Εσωτερικών, Δικαιοσύνης και Δημόσιας Τάξης της 28.8.1989. H καταστροφή των φακέλων, για κάθε νομό της χώρας, ανατέθηκε σε επιτροπή και ορίστηκε ως ημερομηνία έναρξης καταστροφής των ατομικών φακέλων η 29η Αυγούστου 1989, ημέρα Τρίτη και ώρα 11 π.μ., σε κατάλληλο χώρο προσιτό στο κοινό. Στο κάψιμο των φακέλων αντέδρασε η Αριστερά, χωρίς όμως αποτέλεσμα. Στην Αθήνα οι φάκελοι κάηκαν στην υψικάμινο της Ελευσίνας, ενώ οι φάκελοι στην υπόλοιπη Ελλάδα κάηκαν σε δημόσιες πλατείες.

Σύμφωνα με τη μαρτυρία του τότε υπουργού Δημόσιας Τάξης, οι φάκελοι σε ολόκληρη την Ελλάδα ξεπερνούσαν τους 33.000.000. Από τους φακέλους αυτούς η κυβέρνηση αποφάσισε τη διάσωση μικρού αριθμού, περίπου 40 από κάθε νομό, συνολικά 2.100 από ολόκληρη τη χώρα που θα διατηρούνταν στο υπουργείο Δημόσιας Τάξης και θα άνοιγαν μετά 20 χρόνια (Η εικοσαετής προθεσμία έληξε στις 8 Σεπτεμβρίου 2009, ωστόσο οι φάκελοι δεν άνοιξαν, αφού με απόφαση των υπουργείων Εσωτερικών και Δικαιοσύνης παρατάθηκε η προθεσμία για άλλα 20 χρόνια για «λόγους δημοσίου συμφέροντος»).

Εξίσου χαρακτηριστική είναι και η περίπτωση του παλαιού αρχείου των υπουργείων Συντονισμού και Εθνικής Οικονομίας, με αρχειακό υλικό μοναδικής σημασίας για την οικονομική ιστορία της χώρας από την περίοδο της δικτατορίας έως το 2000. Η Βουλή τον Μάιο του 2009 ενέκρινε την καταστροφή-αποτέφρωση του συνόλου των αρχειακών τεκμηρίων, με αφορμή τη διαρροή κλοφέν που είχε σημειωθεί σε διπλανό υπόγειο από παλαιούς μετασχηματιστές της ΔΕΗ, χωρίς προηγούμενη ενημέρωση και συνεννόηση με τον καθʼ ύλη αρμόδιο φορέα για κάθε σχετική ενέργεια και γνωμάτευση, δηλαδή τα Γενικά Αρχεία του Κράτους!

Είναι προφανές ότι στον ελληνικό χώρο λείπει η αρχειακή συνείδηση. Δεν ξέρω αν αυτή δημιουργείται ή διαμορφώνεται, με ποιον τρόπο και σε ποια ηλικία ο άνθρωπος αποκτά συνείδηση της σημασίας της αρχειακής κληρονομιάς του και γίνεται φύλακάς της. Κάθε φορά όμως που βρίσκομαι μπροστά σε περιπτώσεις σαν τις παραπάνω, θυμάμαι πριν από 30 και κάτι χρόνια τον Γιάννη Π. και τον Γιάννη Δ., κλητήρα και προϊστάμενο αντίστοιχα του τότε Αρχείου της Κέρκυρας, και την αγωνία τους στις μέρες κυρίως του χειμώνα με τις πολλές βροχές, αν στάζει, αν «τρέχει» καλύτερα το νερό, μέσα στο αρχείο. Θυμάμαι την έγνοια τους και το τρέξιμό τους μέσα στη νύχτα για να βάλουν λαμαρίνες, να σκεπάσουν, όπως-όπως τους φακέλους και τα ράφια που βρέχονταν, ανίκανοι να κάνουν κάτι περισσότερο, αντιμέτωποι με την παγερή αδιαφορία της Πολιτείας, περιμένοντας μάταια την κρατική συνδρομή και αποβλέποντας στην ιδιωτική χορηγία για να συντηρήσουν τη στέγη ενός κατά τα άλλα δημόσιου κτηρίου!

Αναφορές

Μανόλης Καρέλλης, «Παρακολούθηση και καταγραφή των φρονημάτων των Ελλήνων πολιτών κατά τη μετακατοχική περίοδο», ΙΑ΄ Διεθνές Κρητολογικό Συνέδριο, Ρέθυμνο 21-27 Οκτωβρίου 2011,Τμήμα Γ΄, Περιλήψεις Εισηγήσεων, σ. 388. http://www.iler.gr/download.php?id=926298,54,2

__, «Παρατείνονται για άλλα 20 χρόνια οι φάκελοι πολιτικών φρονημάτων», http://tvxs.gr/node/21064

__, Ζήλωσαν τη μοίρα των «φακέλων»; http://www.avgi.gr/ArticleActionshow.action?articleID=661101