Παλεύοντας άνισα μ’ εκείνο που έφυγε

Προσπαθούμε μάταια να ζωντανέψουμε μέσα από τον λόγο τη ζωή των ανθρώπων που αμετάκλητα πέρασαν από τους τόπους που σήμερα ζούμε. Επιχειρούμε να περιγράψουμε τις σχέσεις τους, τις αγωνίες τους, την ενδεχόμενη διαπλοκή τους, την οργάνωση της ζωής τους, τον τρόπο που η ζωή τους ορίζει ή περιορίζει τις δικές μας ζωές. Προσθέτουμε λόγο στον λόγο, σελίδες στις σελίδες και κάθε φορά νοιώθουμε πως η αλήθεια με την οποία αναμετρούμαστε βρίσκεται λίγο πιο πέρα από εκεί που εμείς φτάσαμε, πως πάντα μας ξεφεύγει, πως εν τέλει στα λόγια δεν κλείνεται η ζωή και πολύ λιγότερο η αλήθεια της.

Όποιος υποστηρίζει ότι δεν ένιωσε το ανολοκλήρωτο μιας έρευνας, λίγο μετά την ολοκλήρωσή της, την πραγματικότητα να του ξεφεύγει και αυτός να μην έχει τρόπο να την ορίσει παρά τη χρήση των καθιερωμένων όρων και την εφευρετικότητά του στην παραγωγή νέων, τον ίλιγγο μπροστά στο κενό που προσπαθεί να γεφυρώσει, τη ματαιότητα των εκλεπτυσμένων μεθόδων του όταν προσπαθεί να διεισδύσει στο χθες και να το κατανοήσει, όποιος αυτάρεσκα θεωρεί ότι η ματιά του και τα κείμενά του περιγράφουν με ακρίβεια και αναλύουν σε βάθος το αντικείμενό του, ή πλανάται ή ψεύδεται.

Και όμως, κάθε φορά ξεχνάμε, και νέες έρευνες σκαρώνουμε και σε νέους αγώνες αναλωνόμαστε, παλεύοντας άνισα με εκείνο που έφυγε για πάντα. Στην άνιση αυτή προσπάθεια η συμβολή των παλαιοτέρων, των νεοτέρων και των σύγχρονων είναι ανεκτίμητη. Αποτελεί τη βάση για τη δική μας προσπάθεια και την αφορμή για νέες προσεγγίσεις σε γνωστά και ήδη μελετημένα θέματα.

Θεωρώ ότι είναι χρέος του κάθε ερευνητή η συστηματική διερεύνηση της υπάρχουσας βιβλιογραφίας, η κριτική της αξιοποίηση και η παράθεσή της. Είναι ο ελάχιστος φόρος τιμής σε όσους προηγουμένως ασχολήθηκαν, αλλά και ένδειξη αυτογνωσίας, ότι δηλαδή δεν είμαστε ούτε οι πρώτοι, και πιθανότατα ούτε οι τελευταίοι, που μελετάμε ένα θέμα, καθώς και ότι τίποτε δεν μπορεί να είναι εντελώς νέο στην ιστορική έρευνα, αφού τίποτε δεν μπορεί να κατανοηθεί αποκομμένο από την ιστορική του συνάφεια. Με τις σκέψεις αυτές δεν μπορεί κανείς παρά να σταθεί κριτικά απέναντι σε όσες μελέτες εκφράζουν σαφή μονομέρεια των συγγραφέων τους στην επιλογή των βιβλιογραφικών πηγών τους, επιλογή κατά την ταπεινή μου κρίση αντιεπιστημονική, δημιουργώντας κατ’ αυτόν τον τρόπο την ψευδαίσθηση της απόλυτης πρωτοτυπίας των μελετώμενων θεμάτων και της πρώτης αντιμετώπισης ή διερεύνησής τους.

Θεωρώ επίσης ότι ο καθένας, που σκύβει στο παρελθόν επιχειρώντας να το φωτίσει, θα πρέπει να αντιμετωπίζει τη συμβολή των άλλων με κατανόηση, με σεβασμό στην προσπάθεια, μικρή ή μεγάλη, περισσότερο ή λιγότερο πετυχημένη και διεισδυτική, με ταπείνωση πάνω απ’ όλα, έχοντας συνείδηση πως καμιά μα καμιά θεώρηση δεν μπορεί να είναι ολοκληρωμένη, πως όλες είναι και θα παραμένουν αποσπασματικές.

Τί νόημα έχει η μομφή για αδυναμίες, άγνοια μεθόδων, έλλειψη διεισδυτικότητας ή κριτικής ματιάς, όταν κάθε προσέγγιση είναι αποσπασματική; Με ποιο κριτήριο ή με ποια εξίσωση ορίζεται ο βαθμός αποσπασματικότητας, ή αντίθετα ο βαθμός προσέγγισης του όλου, όταν αυτό αναφέρεται στην ανθρώπινη ζωή και δραστηριότητα;

Σπαράγματα ζωών, φευγαλέες στιγμές, που έφτασαν έως εμάς, αυτό είναι το υλικό μας. Γνωρίζουμε «εκ μέρους» ή «δι’ εσόπτρου εν αινίγματι», χωρίς ελπίδα να καθαρίσει το «έσοπτρον», να λυθούν τα αινίγματα…