Οι σιωπές των αρχείων

Δεν αναφέρομαι στο περιβάλλον μέσα στο οποίο οι ερευνητές αναζητούν ο καθένας τον δικό του θησαυρό. Άλλωστε στον χώρο του αναγνωστηρίου ποτέ δεν επικρατεί η απόλυτη σιωπή. Πώς θα μπορούσε άλλωστε, αφού οι χώροι αυτοί αποτελούν σημεία συνάντησης ανθρώπων με κοινά ή παράλληλα ως επί το πλείστον ενδιαφέροντα. Στους χώρους αυτούς, ακόμη και στις σπάνιες περιπτώσεις όπου δεν ακούγεται ανθρώπινη ομιλία, είναι ο ήχος των φύλλων που γυρίζουν ο οποίος σπάζει τη σιωπή.

Αναφέρομαι στις μικρές ή μεγάλες απουσίες που διαπιστώνονται στις αρχειακές συλλογές και φέρνουν τους ερευνητές αντιμέτωπους με το απρόσμενο.

Λείπουν τα έγγραφα από τον φάκελο που κανονικά θα έπρεπε να φυλάσσονται.

Λείπει ένα φύλλο, ειδικά το φύλλο που αναζητούσαμε, εκεί που έπρεπε κανονικά να υπάρχει. Λείπει μια πράξη, άγνωστο γιατί, κάπου ανάμεσα στην μια και στην άλλη ημερομηνία, χωρίς να λείπει φύλλο, έτσι απλά γιατί ο γραφέας ή ο νοτάριος «ξέχασε» να την συμπεριλάβει στο κατάστιχό του.

Ξεχωριστές, κραυγαλέες είναι οι μεγάλες απουσίες: η έλλειψη σειράς καταστίχων ή φακέλων ή η έλλειψη ολόκληρων αρχείων υπηρεσιών που έπαψαν να υπάρχουν ή να λειτουργούν.

Πρόκειται για σιωπές οι οποίες άλλοτε εγείρουν την υποψία για τις σκοπιμότητες της εξουσίας που τις παρήγαγε και άλλοτε φανερώνουν την αμέλεια ή την αδιαφορία των υπευθύνων. Πρόκειται για σιωπές οι οποίες άλλοτε οφείλονται στις ιστορικές τύχες των τόπων και των κτισμάτων ή στη συγκυριακή διαφορετική χρήση των χώρων και του αρχειακού υλικού, και άλλοτε μοιάζουν με τα κεντήματα του σαρακιού στο χαρτί: κενά, ελλείψεις, μικρές απουσίες οφειλόμενες, ποιος ξέρει σε ποιους παράγοντες.

Ας μην έχουμε αυταπάτες. Οι τύχες των αρχείων δεν είναι αυτές των πολύτιμων αντικειμένων που φυλάσσονται ως κόρη οφθαλμού. Ακόμη και εκεί όπου θαυμάζουμε την οργάνωση της Πολιτείας στην τήρηση αρχείων, όπως για παράδειγμα στη Βενετία – της οποίας τα 70 τόσα χιλιόμετρα αρχείων δείχνουν την ανθρώπινη μικρότητα και αδυναμία να διεξέλθει το υλικό –, γνωρίζουμε ότι τα αρχεία βρέθηκαν κατά καιρούς σε διάφορους τόπους συχνά ακατάλληλους, η δε οργάνωσή τους δεν ήταν πάντοτε και παντού υποδειγματική.

Τί έχει φθάσει έως εμάς και τί κληροδοτούμε στις επόμενες γενιές;

Είναι προφανές ότι παλεύουμε να γνωρίσουμε το χθες μέσα από τα σπαράγματα που έχουν διασωθεί. Κυριολεκτώ, πρόκειται για σπαράγματα, αν συγκριθούν με το υλικό που οι δημόσιες υπηρεσίες αλλά και οι ιδιώτες παρήγαγαν σε κάθε μελετώμενη περίοδο. Πρόκειται για υλικό, για την επιλογή του οποίου η ανθρώπινη παρέμβαση, με τη διαφύλαξη των κατ’ εκτίμηση σημαντικών, και ο τυχαίος παράγοντας έπαιξαν ρόλο καταλυτικό.

Αντίστοιχα, σπαράγματα κληροδοτούμε και εμείς στους μελλοντικούς ερευνητές, φοβάμαι μάλιστα πως παρά τον όγκο του υλικού που στοιβάζεται στα αρχεία μας, το υλικό που κληροδοτούμε είναι πιο προβληματικό, διότι στο μεταξύ έχει παρεμβληθεί η εκκαθάριση, με τη διάκριση του υλικού που έχει ιστορική αξία και πρέπει να διατηρηθεί, από εκείνο που είναι άχρηστο και μπορεί να καταστραφεί. Λες και μπορεί κανείς, πέρα από τα λίγα εκείνα και αυτονόητα, να ορίσει τί μπορεί να έχει αξία σε μια έρευνα ή να προβλέψει τις μελλοντικές κατευθύνσεις της, τα ενδιαφέροντα και τα ερωτήματα των μελλοντικών ερευνητών.