Συμβάσεις: Ο συγγραφέας και ο αναγνώστης

2013.01.03-symvaseis

Η σχέση του συγγραφέα και του αναγνώστη είναι μια σχέση που προϋποθέτει την απόσταση, τόσο τη χωρική όσο και τη χρονική. Πρόκειται για πρόσωπα τα οποία συναντιούνται και διαμορφώνουν τη σχέση τους μέσω του βιβλίου, είτε στην υλική είτε στην άυλη μορφή του. Στη σχέση αυτή ο πρώτος έχει τον κύριο ρόλο, αφού αυτός στήνει την αφήγηση και την κατευθύνει έως το τέλος της ή επιλέγει το θέμα του και το αναπτύσσει καταγράφοντας τη σκέψη και τα επιχειρήματά του. Ακόμη και στα βιβλία τύπου hypertext, ο συγγραφέας είναι εκείνος ο οποίος έχει προβλέψει τα πιθανά σενάρια. Ο αναγνώστης έχει την ψευδαίσθηση της ελευθερίας στη διαμόρφωση της ιστορίας, στην πραγματικότητα όμως κινείται πάνω σε διαδρομές που ήδη έχουν προβλεφθεί από τον δημιουργό τους.

Η σχέση αυτή αποκτά επιπλέον χαρακτηριστικά, ανάλογα με το είδος του βιβλίου που φέρνει σε «επαφή» τους δύο.

Στην περίπτωση του λογοτεχνικού έργου η σχέση του συγγραφέα με τον αναγνώστη δεν είναι απαραίτητα μια σχέση που προϋποθέτει την αλήθεια. Ο αναγνώστης δεν περιμένει και δεν τον ενδιαφέρει αν ο συγγραφέας τού λέει την αλήθεια, διότι εκ των προτέρων γνωρίζει ότι η αφήγηση κινείται στη σφαίρα του φανταστικού, οπότε ο συγγραφέας, ως δημιουργός του κόσμου και των προσώπων του, εξ ορισμού έχει το δικαίωμα να περιγράψει πρόσωπα, καταστάσεις και περιβάλλοντα όπως αυτός θέλει, να ορίσει τους νόμους σύμφωνα με τους οποίους λειτουργούν, όπως αυτός θέλει. Ο αναγνώστης είναι απλά δέκτης, χωρίς απαραίτητα να αποδέχεται ή να ενστερνίζεται όσα ο συγγραφέας τού παραθέτει. Μετά την ανάγνωση του έργου ο αναγνώστης θα συνεχίσει να βλέπει τον κόσμο γύρω του με τον ίδιο τρόπο όπως τον έβλεπε και προηγουμένως. Καμιά γνώση δεν θα έχει αποκομίσει από την ανάγνωση, καμιά ερμηνεία ή εξήγηση δεν θα είναι γι’ αυτόν υποχρεωτική.

Ο αφηγητής είτε είναι πραγματικός, με σάρκα και οστά, είτε πλασματικός, αποκύημα της φαντασίας του συγγραφέα, απευθύνεται σε ακροατή ο πρώτος και σε αναγνώστη ο δεύτερος που είναι εκ των προτέρων προετοιμασμένοι γι’ αυτό που θα ακούσουν. Ο παραμυθάς δεν διεκδικεί την αλήθεια στα λεγόμενά του, συχνά ούτε καν την ακρίβεια της αφήγησης ενός παραμυθιού, και ο ακροατής ποτέ δεν θα τον ρωτήσει αν αλήθεια έγιναν όσα διηγείται (εκτός και αν είναι παιδί), ίσως όμως τον ψέξει αν δεν αφηγηθεί με ακρίβεια την ιστορία. Στις αφηγήσεις μόνον, στις οποίες παρεμβάλλονται προσωπικού –αυτοβιογραφικού χαρακτήρα λεπτομέρειες, συχνά έρχεται στη γλώσσα το ερώτημα περί αληθείας, όμως και εδώ ο ακροατής συχνά δεν δυσκολεύεται να καταλάβει, πότε ο αφηγητής υπερβάλλει και πότε μιλά σοβαρά.

Διαφορετικά είναι τα πράγματα για τις άλλες κατηγορίες κειμένων, εκείνα που συστηματοποιούν τη συσσωρευμένη γνώση ή εκείνα που καταγράφουν την πορεία και τα συμπεράσματα μιας έρευνας. Με τα κείμενα αυτά ο συγγραφέας φιλοδοξεί να κοινοποιήσει στον αναγνώστη το αποτέλεσμα της δικιάς του προσπάθειας, καλώντας τον να δεχθεί τις δικές του απαντήσεις στα υπάρχοντα ή πιθανά ερωτήματά του, και να δει πλέον την πραγματικότητα, φυσική, ιστορική, οικονομική, κοινωνική, με άλλα μάτια. Στην περίπτωση αυτή η σχέση συγγραφέα-αναγνώστη προϋποθέτει την εμπιστοσύνη του αναγνώστη για την ειλικρίνεια του συγγραφέα, την επιστημονική του αρτιότητα και τη σοβαρότητα με την οποία καταγράφει την διαδρομή του στην αναζήτηση της γνώσης. Οι προϋποθέσεις αυτές δεν είναι όμως πάντοτε δεδομένες.

Από πρόσφατο άρθρο της Θεοδώρας Τσώλη με τον εύγλωττο τίτλο, «Επιδημία επιστημονικής απάτης. Τα κρούσματα επιστημονικής απάτης έχουν δεκαπλασιαστεί από το 1975 ως σήμερα», που δημοσιεύτηκε στο Βήμα στις 2/12/2012,  μάθαμε για τα κρούσματα επιστημονικής απάτης που καταγράφονται στον χώρο της επιστήμης. Επιστήμονες, άνθρωποι και αυτοί με φιλοδοξίες όπως όλοι αλλά και με ανάγκη από χρηματοδοτήσεις για τη συνέχιση της έρευνάς τους, δεν διστάζουν να δημοσιεύσουν μελέτες, με «κατασκευασμένα» στοιχεία ή παλιά στοιχεία που προβάλλονται ως νέα. Το ποσοστό των μελετών αυτών που δημοσιεύονται και αργότερα αποσύρονται, φαίνεται να είναι μικρό, δεν παύει όμως να υπάρχει και να απασχολεί σοβαρά τον επιστημονικό χώρο, ο οποίος αναζητεί τρόπους για την αντιμετώπιση του φαινομένου. Αξίζει να σημειωθεί ότι το πρόβλημα εντοπίζεται σε δημοσιεύσεις σε έγκριτα επιστημονικά περιοδικά, τα οποία λειτουργούν με το σύστημα των πολλαπλών κριτών, στοιχείο που φανερώνει τη δυσκολία εντοπισμού των «κατασκευασμένων» μελετών που οφείλεται κυρίως, στον εθελοντικό χαρακτήρα του έργου των κριτών και στο γεγονός ότι κατά την κρίση δεν είναι διαθέσιμα τα πρωτογενή στοιχεία των μελετών αλλά μόνον το τελικό αποτέλεσμα.

Δεν διαθέτω παραδείγματα «κατασκευασμένων» μελετών από τον χώρο των θεωρητικών επιστημών και ελπίζω να μην υπάρχουν. Όμως και στον χώρο αυτό η σχέση συγγραφέα – αναγνώστη και οι προϋποθέσεις της, όπως διατυπώθηκαν προηγουμένως, παραμένουν ίδιες. Ο παράγοντας άνθρωπος με τις όποιες αδυναμίες του είναι πάντοτε παρών. Ο μελετητής μπορεί να μην παρεμβαίνει εσκεμμένα στα δεδομένα του, είναι όμως τα ίδια τα δεδομένα και ο τρόπος με τον οποίο έχουν καταγραφεί, τα οποία μπορούν να το οδηγήσουν σε λάθη. Αναφέρω, για παράδειγμα, τον τρόπο με τον οποίο αντιμετωπίστηκαν τα «παπυρικά» κείμενα του Κωνσταντίνου Τσάτσου στο περιοδικό Νέα Εστία του 1954, έως ότου ο ίδιος ο συγγραφέας τους παραδεχθεί το 1983 ότι ήταν δημιουργήματα της φαντασίας του. Είναι γνωστή επίσης, σε παλαιότερη μελέτη, η υποστήριξη της θέσης ότι ο γενικός προβλεπτής θαλάσσης επιθεωρούσε κατά η διάρκεια της θητείας του τα σχολεία του βενετοκρατούμενου ιόνιου χώρου, η οποία οφειλόταν σε παρανάγνωση της λέξης isole σε scole. Σε προηγούμενο άρθρο αναφερόμουν στην αρχειακή παραπομπή και στην ανάγκη να εμπλουτίζεται αυτή με την παράθεση όλων εκείνων των στοιχείων (ενδεικτικά αποσπάσματα, αναλυτική περιγραφή κ.ά.) που θα βοηθήσουν τον αναγνώστη να γνωρίσει, μέσα από τα μάτια του ερευνητή, την ίδια την πηγή και θα τον οδηγήσουν σε συμπεράσματα για τη βασιμότητα της ερμηνείας ή την αποδεικτική ισχύ των επιχειρημάτων του συγγραφέα. Το επαναλαμβάνω και εδώ, γιατί θεωρώ πως αποτελεί το minimum προστασίας του αναγνώστη, αλλά και του ειδικού μελετητή απέναντι στα λάθη και στην ενδεχόμενη αυθαιρεσία του συγγραφέα-ερευνητή.

Τα βιβλία δεν λένε πάντα την αλήθεια. Η αλήθεια των βιβλίων προϋποθέτει την ειλικρίνεια των συγγραφέων τους και τον σεβασμό τους απέναντι στον αναγνώστη, ο παράγοντας όμως αυτός με κανένα τρόπο δεν διασφαλίζεται. Ο συγγραφέας χειραγωγεί τον αναγνώστη του στα πεδία της φαντασίας του ή στους δρόμους της έρευνάς του. Ο αναγνώστης στην πορεία αυτή οφείλει να κινείται προσεκτικά, προσεγγίζοντας τον λόγο του συγγραφέα καλοπροαίρετα μα πάντα κριτικά, και να απαιτεί από τον συγγραφέα να αποκαλύπτει πάντοτε τις πηγές του.

Αναφορές:
http://www.tovima.gr/science/article/?aid=486576
http://www.poiein.gr/archives/15575/index.html
http://www.tovima.gr/opinions/article/?aid=353997

Πηγή εικόνας κεφαλίδας: http://www.etsy.com/listing/87715754/venice-abstract-bridge-of-the-writer

Advertisements