Σκέψεις για τα πρότυπα και τα πειραματικά σχολεία

Mε αφορμή το Δελτίο Τύπου του Υπουργείου Παιδείας της 25.2.2015

modelΔεν χωρεί αμφιβολία ότι η ενοποίηση προτύπων και πειραματικών σχολείων που έφερε ο Ν. 3966/2011 ήταν λανθασμένη. Πράγματι, τα πρότυπα και τα πειραματικά σχολεία είναι διαφορετικά σχολεία.

Δεν χωρεί επίσης αμφιβολία ότι η επιβολή εξετάσεων για την εισαγωγή μαθητών σε πειραματικό σχολείο καταργεί την έννοια του πειραματικού σχολείου. Η κατόπιν εξετάσεων εισαγωγή μαθητών στα σχολεία αυτά και «η δοκιμαστική εφαρμογή μιας εκπαιδευτικής καινοτομίας σε μαθητές υψηλών επιδόσεων μπορεί ενδεχομένως να έχει αξιόλογα αποτελέσματα, αλλά δεν έχει τα εχέγγυα για να διαδοθεί στο σύνολο των σχολείων της χώρας». Πράγματι, οι εκπαιδευτικές καινοτομίες θα πρέπει να αναπτύσσονται, ελέγχονται και αξιολογούνται σε «ένα αντιπροσωπευτικό δείγμα του μαθητικού πληθυσμού και συνεπώς σε ένα τυχαίο δείγμα», ώστε οι «επιτυχείς και έγκυρες εκπαιδευτικές παρεμβάσεις να είναι δυνατόν στη συνέχεια να διαδοθούν και να αξιοποιηθούν στα υπόλοιπα σχολεία».

Ο τρόπος όμως με τον οποίο ορίζονται τα πειραματικά σχολεία και το μαθητικό δυναμικό τους γεννά σειρά προβλημάτων. Εφόσον τα πειραματικά σχολεία είναι ή θα είναι όπως περιγράφονται, δηλαδή σχολεία στα οποία «εφαρμόζονται και αξιολογούνται καινοτόμα εκπαιδευτικά προγράμματα, νέες μέθοδοι και τεχνικές διδασκαλίας εισάγονται και αξιοποιούνται για εκπαιδευτική χρήση νέες τεχνολογίες υποστηρίζεται η εισαγωγή των παιδιών στις τέχνες και διευκολύνεται η πρόσβαση τους στα επιτεύγματα του πολιτισμού», «προσφέρουν πλούσιες μαθησιακές εμπειρίες και εντοπίζουν τις «βέλτιστες πρακτικές» οι οποίες μπορεί να διαδοθούν σε όλα τα σχολεία», τότε τα σχολεία αυτά δεν αποτελούν αντιπροσωπευτικό δείγμα σχολείων και οι μαθητές που φοιτούν σε αυτά δεν αποτελούν αντιπροσωπευτικό δείγμα μαθητών.

Η θέση ότι το αντιπροσωπευτικό δείγμα μαθητών «μπορεί να προκύψει µόνο από την εισαγωγή των μαθητών και μαθητριών στα σχολεία αυτά µε κλήρωση» και μάλιστα ότι η «κλήρωση των μαθητών και μαθητριών θα αφορά στην εισαγωγική σχολική τάξη και μόνο, ενώ η σχολική πορεία των μαθητών και μαθητριών από το Νηπιαγωγείο μέχρι το Λύκειο των σχολείων αυτών θα υπόκειται μόνο στους σχολικούς κανόνες», είναι παντελώς λανθασμένη. Η βασική προϋπόθεση της αντιπροσωπευτικότητας του δείγματος στην πράξη αναιρείται στην αμέσως επόμενη του Νηπιαγωγείου βαθμίδα και πολύ περισσότερο χάνεται κάθε επαφή με τη μαθητική πραγματικότητα στις επόμενες βαθμίδες, το Γυμνάσιο και το Λύκειο, αφού οι μαθητές αυτοί, φοιτούν σε περιβάλλοντα προνομιακά, σαφώς διαφοροποιημένα σε σχέση με τα μέσα σχολεία, με «πλούσιες μαθησιακές εμπειρίες», εύκολη «πρόσβαση στα επιτεύγματα του πολιτισμού», και «στις νέες τεχνολογίες». Επιπλέον η κλήρωση, και μάλιστα με τον τρόπο που περιγράφεται, οδηγεί σε άνιση μεταχείριση των υποψηφίων προς εισαγωγή μαθητών, διακρίνοντας τους σε «τυχερούς» και «άτυχους». Οι πρώτοι εξασφαλίζουν την εκπαίδευσή τους σε περιβάλλον προνομιακό από τη νηπιακή τους ηλικία έως και την αποφοίτησή τους από το Λύκειο, και οι άλλοι φέρουν τις συνέπειες της «ατυχίας» τους, ελπίζοντας σε καλύτερη τύχη σε μια νέα κλήρωση, εφόσον υπάρξουν κενές θέσεις αργότερα.

Αν το ζητούμενο είναι το μαθητικό δυναμικό των πειραματικών σε κάθε βαθμίδα να αποτελεί δείγμα αντιπροσωπευτικό, τότε η κλήρωση θα πρέπει να γίνεται όχι μόνον σε κάθε βαθμίδα, αλλά ακόμη και σε κάθε τάξη. Επειδή όμως αυτό δεν είναι δυνατόν, ίσως το καλύτερο θα ήταν η κλήρωση να μην γίνεται σε επίπεδο μαθητή, αλλά σε επίπεδο σχολικής μονάδας. Με άλλα λόγια να μην ορίζονται κάποια σχολεία ως πειραματικά, αλλά ο χαρακτήρας του πειραματικού σχολείου να αποδίδεται κατά τακτά χρονικά διαστήματα σε διαφορετικά σχολεία των περιφερειών εκείνων που βρίσκονται κοντά σε ανώτατα εκπαιδευτικά ιδρύματα, ώστε να διασφαλίζεται η αναγκαία σύνδεσή τους με αυτά.

Προς την κατεύθυνση αυτή οδηγούμαστε επίσης αν η βασική προϋπόθεση της αντιπροσωπευτικότητας του δείγματος, δεν περιοριστεί μόνον στο μαθητικό δυναμικό, αλλά επεκταθεί και στο εκπαιδευτικό προσωπικό. Τα καινοτόμα εκπαιδευτικά προγράμματα και οι εκπαιδευτικές παρεμβάσεις για να διαδοθούν και αξιοποιηθούν από τα υπόλοιπα σχολεία, θα πρέπει να δοκιμαστούν από εκπαιδευτικό προσωπικό που να αποτελεί αντιπροσωπευτικό δείγμα και όχι από επιλεγμένο αυξημένων προσόντων εκπαιδευτικό προσωπικό, διότι στην περίπτωση αυτή καταλήγουμε στο ίδιο άτοπο με την κατόπιν εξετάσεων επιλογή των μαθητών: δηλαδή η δοκιμαστική εφαρμογή μιας εκπαιδευτικής καινοτομίας από εκπαιδευτικούς υψηλών επιδόσεων μπορεί ενδεχομένως να έχει αξιόλογα αποτελέσματα, αλλά δεν θα έχει τα εχέγγυα για να διαδοθεί στο σύνολο των σχολείων της χώρας.

Αφού αποφασίστηκε η κατάργηση των πρότυπων-πειραματικών σχολείων, τότε καλό θα είναι να γίνει και το γενναίο βήμα της κατάργησης των πειραματικών σχολείων όπως αυτά λειτούργησαν(;) τα προηγούμενα χρόνια, με επιλεγμένο αυξημένων προσόντων προσωπικό και επιλεγμένο, έστω και μέσω κλήρωσης στη νηπιακή ηλικία, μαθητικό δυναμικό.

Όσο για τα υπάρχοντα σήμερα 60 Πρότυπα Πειραματικά Σχολεία, εφόσον η μέχρι σήμερα λειτουργία τους αξιολογηθεί και αποτιμηθεί θετικά, θα μπορούσαν να μετατραπούν στο σύνολό τους σε Πρότυπα, και να καθοριστεί το πλαίσιο εισαγωγής σε αυτά με εξετάσεις στις οποίες οι μαθητές δεν θα ανταγωνίζονται (διαγκωνίζονται) για την κατάληψη ορισμένων θέσεων, αλλά θα επιδιώκουν την πρόσβαση σε αυτά με μοναδικό κριτήριο την απόδοσή τους. Ο προσδιορισμός μιας βαθμολογικής βάσης, η οποία θα προσδιορίζει το μορφωτικό επίπεδο των υποψηφίων σε ορισμένα έστω γνωστικά αντικείμενα, θα μπορούσε να καθοριστεί λαμβάνοντας υπόψη τη δίχρονη εμπειρία των εισαγωγικών εξετάσεων στα πρότυπα-πειραματικά.

Η διατήρησή τους ως προτύπων, με τον τρόπο που λειτουργούν τη στιγμή αυτή, δεν έχει δημοσιονομικό κόστος και η κοινωνία, όπως φαίνεται από τον αυξημένο αριθμό αιτήσεων συμμετοχής στις εξετάσεις, τα έχει αγκαλιάσει.

Σχετικά:

http://www.minedu.gov.gr/publications/docs2015/15_05_25_dt_yp.doc