Με αφορμή τη λιτανεία τ’Αγιού

litaneia-2015Στις 11 τ’Αυγούστου η λιτανεία τ’Αγιού γύρω από τις δύο πλατείες της Κέρκυρας και με κέντρο την παράκληση μπροστά από την πύλη του παλαιού φρουρίου, και όχι μπροστά από το παλάτι (κατάλοιπο άλλων εποχών και άσχετη με τον λόγο της λιτανείας), κάθε χρόνο θυμίζει το θαύμα τ’Αγιού, την προστασία δηλαδή της πόλης της Κέρκυρας από τους Αγαρηνούς, στην τελευταία πολιορκία της το 1716.Λίγο πριν τη λιτανεία ψάλλεται παράκληση και μεταφέρεται το λείψανο του Αγίου στο ναό για την έναρξη της λιτανείας. Δύο μέρες μετά γίνονται τα «μπάσματα», η επανατοποθέτηση δηλαδή του λειψάνου στη λάρνακά του, όπου ψάλλεται παράκληση ίδια με την πρώτη.
Τόσο στην πρώτη όσο και στη δεύτερη, αλλά και κατά τη διάρκεια της λιτανείας, ο επισκέπτης αλλά και ο μόνιμος κάτοικος της Κέρκυρας έχουν την ευκαιρία να ακούσουν εκκλησιαστικούς ύμνους στο κερκυραϊκό μουσικό ιδίωμα, από τον χορό των ιερέων, ενός ιδιώματος που πλέον δεν ακούγεται σε κανένα ναό της Κέρκυρας, όπου έχει αντικατασταθεί με ό,τι ονομάζεται σήμερα βυζαντινή μουσική ή τέλος πάντων ό,τι οι ψάλτες έχουν καταλάβει.
Η κερκυραϊκή ψαλμωδία χάνεται. Λίγοι σήμερα κληρικοί τη γνωρίζουν, πολύ λιγότεροι ψάλτες, και όσοι προσπαθούν να την καλλιεργήσουν φαίνεται να αδυνατούν να την προστατεύσουν από τις αναπόφευκτες αλλοιώσεις που επιφέρει η αποκοπή της από τη χρήση της στην καθημερινή λατρεία. Τούτο άλλωστε φαίνεται από τον χορό των ιερέων που συμμετέχουν στις τελετές, ιδιαίτερα των νεότερων, και τη δυσκολία τους να συντονιστούν ή να ακολουθήσουν τη μελωδία, αλλά και από το γεγονός ότι σε όλη τη διάρκεια της λιτανείας μόλις δύο ιερείς, ο παπα Σπύρος Προβατάς και ο παπα Σπύρος Άνθης, επωμίζονται το βάρος να ψάλλουν τα μεγαλυνάρια του Αγίου. Να υπάρχουν άραγε και άλλοι; Μακάρι, έστω και αν δεν ακούγονται όσο οι παραπάνω.
Μεγάλωσα μέσα σε ένα περιβάλλον όπου η λεγόμενη βυζαντινή μουσική ήταν ουσιαστικά ανύπαρκτη, όπου πολλές φορές ο ψάλτης φανέρωνε τα όρια των μελωδικών δυνατοτήτων του, αλλά και σε ένα περιβάλλον όπου ο ύμνος ακουγόταν καθαρά στην κάθε του λέξη, τόσο καθαρά όσο ακούγονται το απολυτίκιο και τα μεγαλυνάρια τ’Αγιού στις παρακλήσεις αυτές τις μέρες μέσα στην εκκλησιά Του. Και ακριβώς αυτή η καθαρότητα στην άρθρωση, η λιτότητα στα μουσικά καλλωπίσματα, ο τονισμός των λέξεων και των φράσεων έδιναν τη δυνατότητα σε ανθρώπους, άνδρες και γυναίκες και κυρίως γυναίκες, ουσιαστικά αγράμματους και αγράμματες, να γνωρίζουν τους ύμνους από μνήμης, να κατανοούν το περιεχόμενό τους και να τους ψάλλουν, συνοδεύοντας τους ψάλτες.
Η κερκυραϊκή ψαλμωδία σήμερα ούτε καλλιεργείται ούτε διδάσκεται. Θα συνεχίσει να υπάρχει και να ακούγεται όσο θα υπάρχουν ακόμη οι άνθρωποι εκείνοι που τη γνωρίζουν. Οι υπόλοιποι και ειδικά οι νεότεροι είναι αναστήματα μιας Εκκλησίας που έχει αποφασίσει ότι ο Θεός ψάλλεται μόνον με έναν τρόπο, και κάθε άλλος, ο τοπικός μουσικός πλούτος, είναι απαράδεκτος ή τουλάχιστον ανάξιος για τη δοξολογία του Θεού.
Αν ήταν διαφορετικά τα πράγματα, τότε στις κατά τόπους Εκκλησίες θα υπήρχε μέριμνα όχι για τη διάσωση, αλλά κυρίως για την καλλιέργεια και την ανάδειξη της τοπικής εκκλησιαστικής μουσικής παράδοσης, παράλληλα με τη βυζαντινή μουσική.
Μέσα από την τέχνη, την κάθε μορφής τέχνη, αναδεικνύεται η πίστη, πρώτα εκείνου που εκφράζεται και μετά του πληρώματος της Εκκλησίας, της όλης Εκκλησίας. Μοναδικό κριτήριο για την αποδοχή ή την απόρριψη της κάθε καλλιτεχνικής έκφρασης είναι ή πρέπει να είναι η ορθοδοξία της. Ένα επιπλέον κριτήριο στον τομέα των ύμνων και της εκκλησιαστικής μουσικής, η καθαρότητα και η σαφήνεια του λόγου, διότι με τον λόγο διδάσκονται οι πιστοί και όχι με τα κεντίσματα της φωνής.

Γεύση από παλαιότερη βιντεοσκόπηση