Από τα λουτρουβιά του Άη Προκόπη

Κάποτε υπήρχαν στο χωριό οκτώ λουτρουβιά και ένα πάρα έξω, εννιά. Κάποια από αυτά μετατράπηκαν αργότερα σε ηλεκτροκίνητες ελαιουργίες, για να πάψουν και αυτές εδώ και καιρό να λειτουργούν.

Ο,τι απόμεινε από όλα αυτά είναι τα λιθάρια που κείτονται στην άκρη του δρόμου ή μέσα στις αυλές των σπιτιών και το κουφάρι της Ελαιουργίας απέναντι από την εκκλησία της Αγίας Τριάδας.

Η Ελαιουργία

DSCN7282Ελαιουργία: Εξωτερική άποψη – 1

DSCN7288Ελαιουργία. Εξωτερική άποψη – 2

DSCN7283Ελαιουργία. Εσωτερικός χώρος – 1

DSCN7284Ελαιουργία. Εσωτερικός χώρος – 2

DSCN7286Ελαιουργία. Εσωτερικός χώρος – 3

Η «πίλα» της Ελαιουργίας

Λίθινο δοχείο. Ύψος 1,05 μ. – Διάμετρος βάσης 1,14 μ.

DSCN7301Η «πίλα» της Ελαιουργίας πριν τον πρόχειρο καθαρισμό της

DSCN7303Η «πίλα» της Ελαιουργίας μετά τον καθαρισμό.

DSCN7304Η «πίλα» της Ελαιουργίας. Η βάση

Γειτονιά: Μαμαλάτικα

DSCN7298Λιθάρι. Διάμ. 1,32μ. Πάχος 0,68μ.

DSCN7299Λιθάρι. Διάμ. 1,01μ. Πάχος 0,41 μ.

Στον δρόμο προς την Κάτω Γειτονιά

DSCN7306

DSCN7308Λιθάρια.
Διαστάσεις μικρού: Διάμ. 1,05μ – Πάχος 0,43μ.
Διαστάσεις μεγάλου: Διάμ. 1,25μ. –  Πάχος 0,52μ.

DSCN7309

Κάτω Γειτονιά – Από του λουτρουβιό «του Λευτέρη»

DSCN7311

DSCN7312Λιθάρι. Διάμ. 1,28μ. –  Πάχος 0,56μ.

DSCN7313

DSCN7314

DSCN7315 Όρθια λιθάρια: Διάμ. 1,28μ –  Πάχος 0,39μ.
Η βάση με εσοχή στον χώρο περιστροφής των όρθιων λιθαριών: Διάμ. 1,46μ. – Πάχος 0,50μ.

Advertisements

Με αφορμή τη λιτανεία τ’Αγιού

litaneia-2015Στις 11 τ’Αυγούστου η λιτανεία τ’Αγιού γύρω από τις δύο πλατείες της Κέρκυρας και με κέντρο την παράκληση μπροστά από την πύλη του παλαιού φρουρίου, και όχι μπροστά από το παλάτι (κατάλοιπο άλλων εποχών και άσχετη με τον λόγο της λιτανείας), κάθε χρόνο θυμίζει το θαύμα τ’Αγιού, την προστασία δηλαδή της πόλης της Κέρκυρας από τους Αγαρηνούς, στην τελευταία πολιορκία της το 1716.Λίγο πριν τη λιτανεία ψάλλεται παράκληση και μεταφέρεται το λείψανο του Αγίου στο ναό για την έναρξη της λιτανείας. Δύο μέρες μετά γίνονται τα «μπάσματα», η επανατοποθέτηση δηλαδή του λειψάνου στη λάρνακά του, όπου ψάλλεται παράκληση ίδια με την πρώτη.
Τόσο στην πρώτη όσο και στη δεύτερη, αλλά και κατά τη διάρκεια της λιτανείας, ο επισκέπτης αλλά και ο μόνιμος κάτοικος της Κέρκυρας έχουν την ευκαιρία να ακούσουν εκκλησιαστικούς ύμνους στο κερκυραϊκό μουσικό ιδίωμα, από τον χορό των ιερέων, ενός ιδιώματος που πλέον δεν ακούγεται σε κανένα ναό της Κέρκυρας, όπου έχει αντικατασταθεί με ό,τι ονομάζεται σήμερα βυζαντινή μουσική ή τέλος πάντων ό,τι οι ψάλτες έχουν καταλάβει.
Η κερκυραϊκή ψαλμωδία χάνεται. Λίγοι σήμερα κληρικοί τη γνωρίζουν, πολύ λιγότεροι ψάλτες, και όσοι προσπαθούν να την καλλιεργήσουν φαίνεται να αδυνατούν να την προστατεύσουν από τις αναπόφευκτες αλλοιώσεις που επιφέρει η αποκοπή της από τη χρήση της στην καθημερινή λατρεία. Τούτο άλλωστε φαίνεται από τον χορό των ιερέων που συμμετέχουν στις τελετές, ιδιαίτερα των νεότερων, και τη δυσκολία τους να συντονιστούν ή να ακολουθήσουν τη μελωδία, αλλά και από το γεγονός ότι σε όλη τη διάρκεια της λιτανείας μόλις δύο ιερείς, ο παπα Σπύρος Προβατάς και ο παπα Σπύρος Άνθης, επωμίζονται το βάρος να ψάλλουν τα μεγαλυνάρια του Αγίου. Να υπάρχουν άραγε και άλλοι; Μακάρι, έστω και αν δεν ακούγονται όσο οι παραπάνω.
Μεγάλωσα μέσα σε ένα περιβάλλον όπου η λεγόμενη βυζαντινή μουσική ήταν ουσιαστικά ανύπαρκτη, όπου πολλές φορές ο ψάλτης φανέρωνε τα όρια των μελωδικών δυνατοτήτων του, αλλά και σε ένα περιβάλλον όπου ο ύμνος ακουγόταν καθαρά στην κάθε του λέξη, τόσο καθαρά όσο ακούγονται το απολυτίκιο και τα μεγαλυνάρια τ’Αγιού στις παρακλήσεις αυτές τις μέρες μέσα στην εκκλησιά Του. Και ακριβώς αυτή η καθαρότητα στην άρθρωση, η λιτότητα στα μουσικά καλλωπίσματα, ο τονισμός των λέξεων και των φράσεων έδιναν τη δυνατότητα σε ανθρώπους, άνδρες και γυναίκες και κυρίως γυναίκες, ουσιαστικά αγράμματους και αγράμματες, να γνωρίζουν τους ύμνους από μνήμης, να κατανοούν το περιεχόμενό τους και να τους ψάλλουν, συνοδεύοντας τους ψάλτες.
Η κερκυραϊκή ψαλμωδία σήμερα ούτε καλλιεργείται ούτε διδάσκεται. Θα συνεχίσει να υπάρχει και να ακούγεται όσο θα υπάρχουν ακόμη οι άνθρωποι εκείνοι που τη γνωρίζουν. Οι υπόλοιποι και ειδικά οι νεότεροι είναι αναστήματα μιας Εκκλησίας που έχει αποφασίσει ότι ο Θεός ψάλλεται μόνον με έναν τρόπο, και κάθε άλλος, ο τοπικός μουσικός πλούτος, είναι απαράδεκτος ή τουλάχιστον ανάξιος για τη δοξολογία του Θεού.
Αν ήταν διαφορετικά τα πράγματα, τότε στις κατά τόπους Εκκλησίες θα υπήρχε μέριμνα όχι για τη διάσωση, αλλά κυρίως για την καλλιέργεια και την ανάδειξη της τοπικής εκκλησιαστικής μουσικής παράδοσης, παράλληλα με τη βυζαντινή μουσική.
Μέσα από την τέχνη, την κάθε μορφής τέχνη, αναδεικνύεται η πίστη, πρώτα εκείνου που εκφράζεται και μετά του πληρώματος της Εκκλησίας, της όλης Εκκλησίας. Μοναδικό κριτήριο για την αποδοχή ή την απόρριψη της κάθε καλλιτεχνικής έκφρασης είναι ή πρέπει να είναι η ορθοδοξία της. Ένα επιπλέον κριτήριο στον τομέα των ύμνων και της εκκλησιαστικής μουσικής, η καθαρότητα και η σαφήνεια του λόγου, διότι με τον λόγο διδάσκονται οι πιστοί και όχι με τα κεντίσματα της φωνής.

Γεύση από παλαιότερη βιντεοσκόπηση

20150722_123106

Ολημερίς τον φτιάχνανε το βράδυ ξηλωνόταν. Έτσι πέρασε η άνοιξη και ήλθε το καλοκαίρι.
Σήμερα εκτίθεται ως εξαιρετικό δείγμα σχεδιασμού, προγραμματισμού και αποτελεσματικότητας.
Οι επισκέπτες της Κέρκυρας καλούνται να τον δοκιμάσουν, να τον περπατήσουν και να χαρούν τη σκόνη του.

Δεν μπορείς να πεις…

20150722_122859

 

Δεν μπορείς να πεις, θυμίζει λουλουδιασμένα βενετσιάνικα παράθυρα και μπαλκόνια, αν εξαιρέσεις βέβαια το απέραντο πλαστικό…
Και να σκεφτεί κανείς ότι τα βλέπουν όλη την ημέρα από το Δημαρχείο, που είναι ακριβώς απέναντι.
Εκτός και αν το θαυμάζουν ως αισθητική παρέμβαση που αναβαθμίζει την εικόνα της παλιάς πόλης της Κέρκυρας.
Φαντάζεστε να βρει και μιμητές;

Σχόλιο σε μια επιγραφή

Στις 11 Δεκεμβρίου 2014 με την ευκαιρία της επίσκεψης του οικουμενικού πατριάρχη κ.κ. Βαρθολομαίου στην Κέρκυρα, εγκαινιάστηκε το ανακαινισμένο επισκοπείο της Μητρόπολης της Κέρκυρας (το δεσποτικό, όπως το λένε οι Κερκυραίοι).

Σε ανάμνηση της ανακαίνισής του εντοιχίστηκε η ακόλουθη επιγραφή, το περιεχόμενο της οποίας χρειάζεται μάλλον σχολιασμό και διόρθωση όσων ανιστόρητων περιλαμβάνει.

despotiko-epigrafi

Στην επιγραφή σημειώνεται ότι το κτίριο «ΕΔΩΡΗΘΗ ΕΝ ΕΤΕΙ 1838 ΕΙΣ ΕΔΡΑΝ ΤΟΥ ΑΡΧΙΕΠΙΣΚΟΠΟΥ ΤΩΝ ΚΕΡΚΥΡΑΙΩΝ ΠΑΡΑ ΤΟΥ ΚΟΝΤΕ ΝΙΚΟΛΑΟΥ ΤΟΥΠΙΚΛΗΝ ΤΡΙΑΝΤΑΦΥΛΛΟΥ ΕΙΤΑ ΕΚ ΒΑΘΡΩΝ ΑΝΕΚΑΙΝΙΣΘΗ ΠΟΝΟΙΣ ΜΕΝ ΚΑΙ ΜΟΧΘΟΙΣ ΠΑΡΑ ΤΟΥ ΣΕΒ. ΜΗΤΡΟΠΟΛΙΤΟΥ ΚΕΡΚΥΡΑΣ κ.κ. ΝΕΚΤΑΡΙΟΥ ΤΟΥ ΕΚ ΜΑΓΝΗΣΙΑΣ…».

Στην πραγματικότητα το κτίριο δωρήθηκε έναμισυ αιώνα νωρίτερα. Πιο συγκεκριμένα, στις 7 Σεπτεμβρίου 1706 ο Νικόλαος Τραντάφυλλος (και όχι Τριαντάφυλλος), γιός του Μπάτιου (Μπατίστα = Ιωάννη Βαπτιστή), άφησε με τη διαθήκη του το σπίτι του στα Μουράγια για να γίνει πρωτοπαπαδική κατοικία μετά τον θάνατο της γυναίκας του και του αδελφού του (Τζιβάρα 2003β: 141). Να σημειώσουμε, για όσους δεν το γνωρίζουν, ότι κατά την περίοδο της λατινικής κυριαρχίας (ανδεγαυικής και βενετικής) δηλαδή από το 1267 έως το 1797, η εκκλησία της Κέρκυρας δεν είχε ως κεφαλή της επίσκοπο αλλά πρωτοπαπά με τον τίτλο του Μεγάλου Πρωτοπαπά. Για την κυριότητα του σπιτιού ανέκυψαν στη συνέχεια ζητήματα με την κληρονόμο Στέλλα Τραντάφυλλου (Τζιβάρα 2003: 236). Στο δεύτερο μισό του 18ου αιώνα το κτίριο κατείχε η Κοινότητα της Κέρκυρας η οποία το διάστημα 1768-1774 το διέθεσε για τη στέγαση του δημόσιου σχολείου της κοινότητας (Βροκίνης, 376 και Τζιβάρα 2003: 237). Στη συνέχεια πέρασε στην Εγχώριο Διαχείριση (Βροκίνης 1972: 376) και αποδόθηκε στη μητρόπολη της Κέρκυρας ώστε να χρησιμοποιηθεί, σύμφωνα με την επιθυμία του διαθέτη.

Αυτήν, την τελική απόδοση σημειώνει ο π. Αθανάσιος Τσίτσας (πηγή πιθανότατα των συντακτών της επιγραφής) γράφοντας: «το έτος 1838 ο Μητροπολίτης Κερκύρας απέκτησε τον, μέχρι σήμερα εν χρήσει, Επισκοπικό Οίκο… Το γεγονός μνημονεύει ζωγραφικός πίνακας στον οποίο εικονίζεται θυρεός στο κέντρο του οποίου ιστορείται η εικόνα του Ι. Χριστού ως Μεγάλου Αρχιερέως, στα άκρα τα αρχιερατικά εμβλήματα και επάνω, το Άγιον Πνεύμα «εν είδει περιστεράς». Στο κάτω μέρος του πίνακα υπάρχουν οι επιγραφές, αριστερά: ΝΙΚΟΛΑΟΣ ΤΡΙΑΝΤΑΦΥΛΛΟΣ ΑΦΙΕΡΩΣΕ ΤΟΝ ΟΙΚΟΝ ΤΟΥΤΟΝ ΕΙΣ ΚΑΤΟΙΚΗΣΙΝ ΤΟΥ ΑΡΧΗΓΟΥ ΤΗΣ ΕΚΚΛΗΣΙΑΣ ΤΗΣ ΝΗΣΟΥ ΤΑΥΤΗΣ ΚΕΡΚΥΡΑΣ, και δεξιά: 1838 ΜΑΪΟΥ 31 ΑΠΕΛΕΥΘΕΡΩΘΗ ΚΑΙ ΕΔΟΘΗ» (Τσίτσας 1996: 43-44).

Επιπλέον, από τα παραπάνω προκύπτει πως ο αφιερωτής Νικόλαος Τραντάφυλλος, μέλος της Κοινότητας της Κέρκυρας και σημαντικός υμνογράφος (Τζιβαρα 2003β), δεν έφερε τον τίτλο του «κόντε», στη δε διαθήκη του δηλώνεται ως «τίμιος και ευγενής signor» (Τζιβάρα 2003β: 143). Αντίθετα, έτσι για την ιστορία, ο αδελφός του ο Κωνσταντίνος Τραντάφυλλος έφερε τον τίτλο του «Καβαλιέρη», τούτος όμως ήταν προσωποπαγής και δεν αφορούσε τα υπόλοιπα μέλη της οικογένειας (για τον τίτλο βλ. Τσίτσας 1992).

Τέλος, το κτίριο προφανώς δεν ανεκαινίσθη «εκ βάθρων», αφού κάτι τέτοιο θα σήμαινε την εκ θεμελίων ανοικοδόμησή του. Αντίθετα δέχτηκε εκτεταμένες ανακαινιστικές παρεμβάσεις.

Δεν είναι σπάνιο φαινόμενο τα λάθη στις επιγραφές και στις χρονολογήσεις εκκλησιαστικών κτισμάτων, τούτο όμως σε καμιά περίπτωση δεν δικαιολογεί τα υπάρχοντα στην επιγραφή λάθη. Διορθωτέα, τα ανωτέρω αν και μάλλον είναι αργά να γίνουν διορθώσεις πάνω στο μάρμαρο.

Βιβλιογραφία

Βροκίνης 1972: Βροκίνης Λ., Βιογραφικά Σχεδάρια Α & Β΄, Κέρκυρα 1972 [=Κερκυραϊκά Χρονικά 16 (1972)]..

Τζιβάρα 2003: Τζιβάρα Παναγιώτα, Σχολεία και δάσκαλοι στη Βενετοκρατούμενη Κέρκυρα (16ος-18ος αι.), Κέρκυρα 2003, σ. 236.

Τζιβάρα 2003β: Τζιβάρα Παναγιώτα, Το «Υμνολογίδιον» του Νικολάου Τραντάφυλλου (Βενετία 1724): Τα παράδοξα μιας έκδοσης, Πρακτικά ΚΓ΄ Πανελληνίου Ιστορικού Συνεδρίου 24 – 26 Μαΐου 2002, Θεσσαλονίκη 2003, σσ. 135-152.

Τσίτσας 1992: Τσίτσας Αθ., Κερκυραίοι ιππότες του Αγίου Μάρκου, Κέρκυρα 1992.

Τσίτσας 1996: Τσίτσας Αθ., Μακάριος Δαμασκηνός Χρύσανθος Μασσέλος μητροπολίτες Κερκύρας, Κέρκυρα 1996.

Εικόνα: http://koskinad.blogspot.gr/

Βιβλιοπωλείο Ζερβοπούλου: 90 χρόνια όσα μια ζωή

Ενενήντα χρόνια αδιάκοπης λειτουργίας, από το 1923 έως σήμερα, μετρούσε το βιβλιοπωλείο Ζερβοπούλου στο κέντρο της Κέρκυρας, στην Πίνια, και ακριβώς στα ενενηκοστά του γενέθλια έκλεισε οριστικά.

Όλα αυτά τα χρόνια το βιβλιοπωλείο αποτέλεσε σημείο αναφοράς των Κερκυραίων αναγνωστών, αλλά και των χιλιάδων επισκεπτών του τόπου, οι οποίοι πέρα από το πράσινο και τις παραλίες, αναζητούσαν τις τοπικές εκδόσεις, το ειδικό βιβλίο που αφορούσε την Κέρκυρα και γενικότερα τον ιόνιο χώρο, αλλά και την πρόσφατη εκδοτική παραγωγή των εκδοτικών οίκων της Αθήνας.

Το βιβλιοπωλείο Ζερβοπούλου έκλεισε, αυτό είναι οριστικό, και η Κέρκυρα έγινε φτωχότερη. Όλα όμως έχουν ένα τέλος. Μένουν μόνον οι φωτογραφίες ως ανάμνηση…

zervopoulou2

zervopoulou1

Βλ. επίσης το άρθρο της ΚΑΘΗΜΕΡΙΝΗΣ της 27.9.2013, όπως αναδημοσιεύεται στις 28.9.2013 στην εφημερίδα ΕΝΗΜΕΡΩΣΗ της Κέρκυρας, με τίτλο: Κατεβάζει ρολά το βιβλιοπωλείο «Ζερβόπουλου», το παλαιότερο της Κέρκυρας