Στον απόηχο του 10ου Πανιονίου Συνεδρίου

Ένας αιώνας Πανιονίων Συνεδρίων έκλεισε, με δέκα συνέδρια από το 1914 έως το 2014, τα οποία, με την ευρύτητα της θεματικής τους και τη δυνατότητα ελεύθερης συμμετοχής σε όλους τους ασχολούμενους με τον επτανησιακό χώρο επιστήμονες, νέους και καταξιωμένους, έδωσαν ώθηση στις επτανησιακές σπουδές και άνοιξαν νέους ορίζοντες στην έρευνα. Εξαίρεση αποτελούν τα συνέδρια της Λευκάδας και των Παξών, στα οποία οι διοργανωτές επέλεξαν το μοντέλο των κλειστών θεματικών συνεδρίων, κυρίως με τη μέθοδο των προσκλήσεων και τον καθορισμό της θεματικής των εισηγήσεων.

To 10o Πανιόνιο Συνέδριο, το οποίο πραγματοποιήθηκε από τις 30 Απριλίου έως και τις 4 Μαΐου 2014, ανήκει πια στην Ιστορία. Σε μια περίοδο εξαιρετικά δύσκολη, μια περίοδο κρίσης, το εγχείρημα πέτυχε. Το 10ο Πανιόνιο Συνέδριο χαρακτηρίστηκε από τη μεγάλη συμμετοχή και την ευρύτητα της θεματικής του. Καταξιωμένοι επιστήμονες, ειδικοί στον τομέα τους, αλλά και νέοι επιστήμονες ανακοίνωσαν τα αποτελέσματα των ερευνών τους ή προσδιόρισαν τους τομείς στους οποίους στρέφονται τα ερευνητικά τους ενδιαφέροντα. Στο συνέδριο καταγράφτηκαν επίσης ηχηρές απουσίες, οι οποίες όμως σε καμιά περίπτωση δεν μειώνουν την επιτυχία της οργάνωσης.

Η σκυτάλη δόθηκε στην Κεφαλονιά, για τη διοργάνωση του 11ου Πανιονίου Συνεδρίου. Ευχόμαστε κάθε επιτυχία στην προσπάθεια. Ευελπιστούμε ότι και στο συνέδριο αυτό θα διατηρηθεί η καλή πρακτική των ανοιχτών συνεδρίων και όχι εκείνη των κλειστών, θεματικών και εν τέλει ελεγχόμενων, που αντανακλούν μόνον τις αντιλήψεις, τα προτάγματα και τα ενδιαφέροντα των εμπνευστών τους. Τα Πανιόνια Συνέδρια δεν έχουν και δεν μπορούν να έχουν συγκεκριμένη θεματική, αναφέρονται γεωγραφικά σε όλον τον επτανησιακό χώρο και καλύπτουν κάθε τομέα του επιστητού, κάθε τι που αφορά τον συγκεκριμένο χώρο. Τα Πανιόνια Συνέδρια πρέπει να παραμείνουν ανοιχτά. Μόνον με τον τρόπο αυτό μπορεί να δοθεί η δυνατότητα στους νέους επιστήμονες να αρθρώσουν λόγο και να ανανεώσουν τις θεματικές και τους τομείς έρευνας με τη φρεσκάδα τους. Τα Πανιόνια Συνέδρια θα πρέπει να παραμείνουν ανοιχτά, ως χώροι συνάντησης του παλιού με το καινούργιο. Όσο για την ποιότητα και το επιστημονικό επίπεδο, αυτό φαίνεται με το πέρασμα του χρόνου. Ας μην ξεχνάμε ότι όλοι και όλα κρίνονται όταν έλθει η ώρα τους, ό,τι αξίζει δεν χάνεται και το άχρηστο ήδη βρίσκεται εκεί που του ανήκει.

Advertisements

Ανακύκλωση τώρα

plastika

Στο προηγούμενο άρθρο σημείωνα ότι οι κάτοικοι της Κέρκυρας καταφεύγουν στο εμφιαλωμένο, για να καλύψουν τις ανάγκες τους σε πόσιμο νερό. Στις λίγες μέρες που έμεινα στο χωριό μου, ένα μικρό χωριό που με βία ξεπερνά τους 300 κατοίκους, με προβλημάτισε έντονα ο αριθμός και η κατάληξη όλων αυτών των πλαστικών μπουκαλιών. Στις δέκα περίπου μέρες, μαζί με τους φιλοξενούμενούς μας, χρησιμοποιήσαμε πάνω από 60 μπουκάλια του 1,5 λίτρου. Στο σύνολο του χωριού, υποθέτοντας ότι οι κάτοικοί του παρά τις μέρες του Πάσχα, δεν ξεπέρασαν τους 300 και ότι παρά τις παραινέσεις των γιατρών ότι θα πρέπει να καταναλώνουν τουλάχιστον 3 λίτρα νερό την ημέρα, αυτοί περιορίζονταν μόνον στο 1,5 λίτρο, καταλήγουμε ότι ανοίγονταν καθημερινά περί τα 300 πλαστικά μπουκάλια ή στις 10 μέρες της παραμονής μου στο νησί, περί τα 3.000 πλαστικά μπουκάλια. Δηλαδή σε μηνιαία βάση η χρήση ανέρχεται στα 9.000 μπουκάλια και σε ετήσια στα 110.000 περίπου μπουκάλια, και όλα αυτά σε ένα μικρό χωριό. Αν στους υπολογισμούς περιλάβουμε ολόκληρο το νησί των 100 και πλέον χιλιάδων κατοίκων και στο αποτέλεσμα προστεθεί και η κατανάλωση των επισκεπτών του, καταλήγουμε προφανώς σε αριθμούς μάλλον εφιαλτικούς.

Πού καταλήγουν όλα αυτά; Μα φυσικά στη χωματερή. Αν στην Αθήνα η ανακύκλωση είναι ένα ζητούμενο, και όπου υπάρχουν οι γνωστοί μπλε κάδοι αυτοί χρησιμοποιούνται συνήθως ως παραρτήματα των άλλων των πράσινων που προορίζονται για τα σκουπίδια, στην Κέρκυρα τα πράγματα είναι ακόμη χειρότερα.

Χρειάζονται σχόλια;

Ζητείται νερό! Οι βρύσες δακρύζουν!

2013.05.11-vryses

Η Κέρκυρα, το νησί που οι πολλές βροχές τού χαρίζουν το μοναδικό του πράσινο, έχει έντονο πρόβλημα με το νερό, πόσιμο και μη.

Το πόσιμο νερό αποτελεί καθημερινό πονοκέφαλο των νοικοκυριών, τα οποία είτε θα πρέπει να το μεταφέρουν σε μπιτόνια από δημόσιες βρύσες, σε εκείνα τα χωριά που ακόμη υπάρχουν (διότι πολλά είναι εκείνα που είδαν τις βρύσες τους να στερεύουν τελευταία), είτε να αγοράσουν εμφιαλωμένο. Όσο για τη παλιά επιλογή της άντλησης από τα πηγάδια, που κάποτε υδροδοτούσαν τα χωριά, αυτή ανήκει πια στο παρελθόν, αποτέλεσμα της ολέθριας επιλογής των «καποδιστριακών» δήμων, οι οποίοι μέσα σε κλίμα αδικαιολόγητης ευφορίας και αειφόρου αναπτυξιακής προοπτικής, ευαγγελιζόμενοι την εγκατάσταση βιολογικών καθαρισμών ανά δήμο, δημιούργησαν αποχετευτικά δίκτυα τα οποία εγκαταλείφθηκαν στη μέση, με συνέπεια είτε την απόρριψη των λημμάτων στους χειμάρρους, είτε το χειρότερο και εγκληματικότερο, την μετατροπή υπαρχόντων πηγαδιών σε βόθρους, με συνέπεια όχι μόνον την καταστροφή τους, αλλά και την εκτεταμένη μόλυνση του υδροφόρου ορίζοντα.

Οι συνεχείς διακοπές της υδροδότησης έχουν γίνει κομμάτι της καθημερινότητας των κατοίκων, ειδικά στα χωριά, αποτέλεσμα της αδιαφορίας ή της αδυναμίας των διοικούντων, τοπικών και μη, να διαχειριστούν ορθολογικά τους υπάρχοντες πόρους, κυρίως όμως να εκπονήσουν και να υλοποιήσουν ένα σχέδιο το οποίο να μπορεί να εκμεταλλευτεί την ευλογία των ουρανών, που όλον τον χειμώνα και έως την άνοιξη, γεύεται ο τόπος.

Και σαν να μην έφταναν αυτά, η κατάργηση των δήμων και η συγχώνευσή τους σε έναν δήμο, με το σχέδιο Καλλικράτης, είχε καταστρεπτικά αποτελέσματα στη λειτουργία των υπηρεσιών ύδρευσης. Οι άλλοτε αποκεντρωμένες υπηρεσίες έγιναν πλέον μία, χωρίς οργάνωση, χωρίς συντονισμό, χωρίς σχεδιασμό, για να ανταπεξέλθουν στις απαιτήσεις ενός εξαιρετικά εκτεταμένου δικτύου, με αποτέλεσμα τίποτε να μη λειτουργεί σωστά.

Όλα εξαρτώνται από την καλή θέληση των εργοδηγών και των εργαζομένων, οι οποίοι καλούνται να ανταπεξέλθουν στις απαιτήσεις ενός δικτύου που εκτείνεται από τη μια άκρη έως την άλλη ενός νησιού, η έκταση του οποίου είναι 591 τετραγωνικά χιλιόμετρα και ο πληθυσμός του ξεπερνά τις 100.000, οργανωμένος σε μια πόλη 40.000 κατοίκων και σε πάνω από 200 χωριά και οικισμούς. πληθυσμός που διπλασιάζεται στους θερινούς μήνες λόγω του τουρισμού και οι ανάγκες υδροδότησης αυτονόητα αυξάνονται εκθετικά.

Ειδικά ο τομέας των βλαβών και της εξυπηρέτησης των πολιτών μοιάζει εντελώς ξεχαρβαλωμένος. Η επικοινωνία με τον πολίτη εξαρτάται από ένα τηλέφωνο και έναν υπάλληλο, ο οποίος φιλότιμα προσπαθεί να ανταπεξέλθει στα αιτήματα των πολιτών για την επίλυση των προβλημάτων που καθημερινά παρουσιάζονται, επαναλαμβάνοντας ό,τι του είπαν, δηλαδή να ζητά το τηλέφωνο του ενδιαφερομένου ή του αιτούντος και να δηλώνει ότι το αίτημα θα προωθηθεί στον εργοδηγό, χωρίς να ενδιαφέρεται για το ποιος είναι εκείνος που τηλεφωνεί, ποια είναι παροχή, ποιο το πρόβλημα.

Πρόκειται για μια υπηρεσία στην οποία τα αιτήματα συσσωρεύονται χωρίς να αντιμετωπίζονται, και είναι ζήτημα αν έστω τηρείται κάποια σειρά στην επίλυση ή ικανοποίηση των αιτημάτων. Υπάρχουν πολίτες που περιμένουν πάνω από πέντε μήνες το πολυπόθητο τηλεφώνημα του εργοδηγού για την επίλυση του προβλήματός τους, νοικοκυριά που βλέπουν τις βρύσες της οικιακής παροχής να δακρύζουν αδυνατώντας να καλύψουν τις στοιχειώδεις ανάγκες ενός σπιτιού.

Για όλα αυτά χωρίς αμφιβολία μερίδιο ευθύνης έχουν οι εργαζόμενοι, το μεγαλύτερο όμως μερίδιο ευθύνης έχουν οι προϊστάμενοι, οι οποίοι αδυνατούν να συντονίσουν, κυρίως όμως οι εκλεγμένοι εκπρόσωποι των πολιτών, οι διοικούντες δηλαδή, οι οποίοι είτε αδιαφορούν είτε αδυνατούν να διευθύνουν τους τομείς που ο καθένας τους έχει αναλάβει, ειδικά την πρώτη αυτή τετραετία της καταστροφικής εφαρμογής του Καλλικράτη τον χώρο της αυτοδιοίκησης.

Πέρα όμως από τις διαπιστώσεις, κάτι πρέπει να γίνει και μάλιστα άμεσα. Η πρώτη δοκιμή της Κέρκυρας, με τους πολλούς επισκέπτες λόγω Πάσχα, πέρασε, ξεκινά όμως η τουριστική περίοδος και αυτό θα πρέπει να κινητοποιήσει όλους τους εμπλεκόμενους φορείς για την άμεση επίλυση ΟΛΩΝ των προβλημάτων που καταγράφονται και συσσωρεύονται καθημερινά, αλλά και για τον προγραμματισμό εκείνων των έργων που θα επιτρέψουν στο νησί να αξιοποιήσει την ευλογία των ουρανών, προς όφελος των κατοίκων του.

Το μπάνιο με το «μπουρούκι» (=μπρίκι) μπορεί να δένει με τους παραδοσιακούς οικισμούς και να ανακαλεί μνήμες μακρινές, σίγουρα όμως δεν αποτελεί στοιχείο που μπορεί να ελκύσει τον επισκέπτη της Κέρκυρας. Τώρα λοιπόν, που τελείωσαν οι λιτανείες και οι περιφορές, οι τοπικοί άρχοντες, απαλλαγμένοι από τις προβλεπόμενες από το τελετουργικό παρουσίες τους, τις συνοδευόμενες με τους ατέλειωτους χαιρετισμούς και τις ευχές, έχουν τον χρόνο να ασχοληθούν σοβαρά με τα κοινά, να συντονίσουν και να δώσουν λύσεις.

Κριτήρια αξιολόγησης εκπαιδευτικού έργου: Ματιές στην ιστορία


Τις τελευταίες ημέρες πολύς λόγος γίνεται ξανά για την αξιολόγηση των εκπαιδευτικών και του εκπαιδευτικού έργου και ποικίλες είναι οι αντιδράσεις, που εκτείνονται σε όλο το φάσμα, από την απόλυτη άρνηση έως την πλήρη αποδοχή των σχεδίων και των προτάσεων του αρμόδιου υπουργείου. Το θέμα φυσικά δεν είναι νέο. Πριν δεκαπέντε χρόνια ο νόμος 2525/97 καθόριζε επακριβώς τον τρόπο και τις μεθόδους για την αξιολόγηση του εκπαιδευτικού έργου Πρωτοβάθμιας και Δευτεροβάθμιας Εκπαίδευσης, χωρίς φυσικά ποτέ να εφαρμοστεί.

Το σημείωμα αυτό περιέχει το αποτέλεσμα μιας σύντομης διερεύνησης του ζητήματος της αξιολόγησης του εκπαιδευτικού έργου στην πρότερη της δημιουργίας του ελληνικού κράτους περίοδο, ή διαφορετικά το αποτέλεσμα μιας ακαδημαϊκής αναζήτησης απαντήσεων σε ερωτήματα που αφορούν στην ύπαρξη αξιολόγησης, στα κριτήρια και στη μέθοδο που τότε ακολουθούνταν. Η έρευνα επικεντρώθηκε στις νησιωτικές περιοχές του βενετοκρατούμενου ελληνικού χώρου και κυρίως στα νησιά του Ιονίου (Κέρκυρα, Κεφαλονιά και Ζάκυνθο), απ’ όπου έχει διασωθεί πλήθος συμβάσεων μαθητείας που αφορούν στην παροχή στοιχειώδους εκπαίδευσης. Μέσα από αυτές αναδύεται όχι μόνον το ακολουθούμενο σύστημα εκπαίδευσης, η χρονική διάρκεια, η ύλη διδασκαλίας και το κόστος που συνεπαγόταν για τον γονιό, αλλά και ο τρόπος αξιολόγησης του μαθησιακού γεγονότος.

Σε πολλές από τις συμβάσεις γίνεται λόγος για εξεταστικές επιτροπές, συνήθως διμελείς (σε περίπτωση αμφιβολίας μπορούσε να προστεθεί ένα ακόμη μέλος), αποτελούμενες από δάσκαλους και μορφωμένους ιερείς, οι οποίες έκριναν την ικανότητα του δασκάλου στην μετάδοση γνώσεων, με βάση τις γνώσεις που ο μαθητής είχε αποκτήσει κοντά του. Οι επιτροπές αυτές συσταίνονταν είτε στο τέλος της συμφωνηθείσας περιόδου μαθητείας είτε και κατά τη διάρκειά της, οι δε γνωματεύσεις τους προσδιόριζαν συχνά το τελικό ύψος της αμοιβής του δασκάλου.

Έτσι, για παράδειγμα, ο δάσκαλος Δήμος Προσαλέντης δέχτηκε, όταν σύναψε στις 9 Απριλίου του 1554 τη σχετική σύμβαση με τον Ματίο Στατήρη, την προσθήκη ρήτρας η οποία προέβλεπε πως αν το παιδί του Στατήρη δεν μάθαινε να διαβάζει καλά στα τρία λειτουργικά βιβλία (Οκτώηχο, Ψαλτήρι και Απόστολο), τότε θα καλούνταν δύο δάσκαλοι, οι οποίοι θα εξέταζαν τί ακριβώς είχε μάθει και ανάλογα θα προσδιοριζόταν ο μισθός του. Η παρουσία ελεγκτών ήταν επίσης ένα από τα χαρακτηριστικά στοιχεία στο σχολείο του ιερέα Θεόδωρου Σμόλη, στην περιοχή της Λευκίμμης στη νότια Κέρκυρα. Στις γνωστές συμβάσεις που έχει συνάψει, περιλαμβάνονται ρήτρες που προέβλεπαν την ύπαρξη «επιθεωρητών» (δασκάλων ή ιερέων), οι οποίοι ήλεγχαν τα μεμαθημένα και κατά τη διάρκεια της μαθητείας (μια φορά τον χρόνο) και στο τέλος, και αποφαίνονταν για την επίτευξη του στόχου της διδασκαλίας. Ο ιερέας συμφωνούσε επίσης, πάντα από την αρχή, ότι δεν θα ήγειρε καμιά απαίτηση για αμοιβή, αν δεν μάθαινε γράμματα στους μαθητές, ότι θα επέστρεφε την αμοιβή του αν έδιωχνε το παιδί επειδή δεν διάβαζε, ότι θα συνέχιζε τη διδασκαλία χωρίς αμοιβή σε περίπτωση που η εξεταστική επιτροπή έκρινε ότι μέσα στο καθορισμένο χρονικό διάστημα της μαθητείας το παιδί δεν είχε μάθει όσα αυτός είχε υποσχεθεί ότι θα διδάξει.

Από τις συμβάσεις μαθητείας και τις λιγοστές περιπτώσεις στις οποίες είναι γνωστές οι αποφάσεις των συγκροτούμενων εξεταστικών επιτροπών, προκύπτουν τα ακόλουθα:

Δεν εξεταζόταν ούτε η γνωστική επάρκεια του δασκάλου, ούτε οι σπουδές του, ούτε το συγγραφικό του έργο. Όλα αυτά δεν χρειάζονταν πιστοποίηση, αρκούσε η γενική εκτίμηση και η ικανότητά του, όπως αυτή αποδεικνυόταν από τον κύκλο των μαθητών του. Μην ξεχνάμε τον τότε ιδιωτικό χαρακτήρα της στοιχειώδους και της μέσης εκπαίδευσης. Ακόμη και εκεί όπου υπήρχαν δημόσια σχολεία (σχολεία δηλαδή χρηματοδοτούμενα από τις κοινότητες ή το δημόσιο ταμείο) τα κριτήρια επιλογής των δασκάλων δεν φαίνεται πως ήταν διαφορετικά.

Αντικείμενο αξιολόγησης ήταν η αποτελεσματικότητα της διδασκαλίας, όπως αυτή πιστοποιούνταν από τις αποκτηθείσες ικανότητες των μαθητών. Ο δάσκαλος έπρεπε οπωσδήποτε να μάθει το παιδί γράμματα και για το αποτέλεσμα της εργασίας του κρινόταν από τους «ελεγκτές» συναδέλφους του. Ο δάσκαλος, κατά την αντίληψη της εποχής, μάλλον παραλληλιζόταν είτε με τεχνίτη, ο οποίος εκαλείτο να δώσει μορφή στον νου του μαθητή (όπως ο λιθοξόος στην πέτρα ή ο ξυλογλύπτης στο ξύλο) είτε με γραφέα ο οποίος έπρεπε να γράψει πάνω σε άγραφο πίνακα, προϋποθέτοντας κατ’ αρχήν την καταλληλότητα και τη δεκτικότητα του μαθητή.

Σε περίπτωση αποτυχίας την ευθύνη έφερε ακέραια ο δάσκαλος. Η επιμέλεια, η ευστροφία, η δεκτικότητα του μαθητή, η συμμετοχή του στο μαθησιακό γεγονός, δεν αξιολογούνταν ούτε λαμβανόταν υπόψη όταν οι «κριτές» αποφαίνονταν αν ήταν ή όχι «μαθημένο», γι’ αυτό και ο δάσκαλος δεσμευόταν να συνεχίσει τη διδασκαλία, χωρίς αμοιβή, έως ότου ο μαθητής μάθει τα συμφωνηθέντα!

Μέσα από τα κείμενα λοιπόν της εποχής, επιβεβαιώνεται η ύπαρξη αξιολόγησης του εκπαιδευτικού και του έργου του στον ελληνικό νησιωτικό χώρο κατά την εξεταζόμενη χρονική περίοδο, διευκρινίζονται τα κριτήρια, το αντικείμενο, ο τρόπος με τον οποίον αυτή επιτελείτο, και αποκαλύπτεται η νοοτροπία μιας εποχής που έχει παρέλθει ανεπιστρεπτί. Οι περιγραφόμενες πρακτικές προφανώς δεν μπορούν να έχουν καμιά εφαρμογή, είναι όμως χρήσιμες, αφού ενισχύουν αυτό που θα έπρεπε σήμερα να θεωρείται αυτονόητο, την ανάγκη δηλαδή αξιολόγησης του εκπαιδευτικού και του έργου του.

Περισσότερα για τη στοιχειώδη εκπαίδευση στον βενετοκρατούμενο ελληνικό χώρο με έμφαση στην Κέρκυρα, βλ. Παναγιώτα Τζιβάρα, Σχολεία και δάσκαλοι στην βενετοκρατούμενη Κέρκυρα (16ος-18ος αι.), Αθήνα 2003, σ. 241 εξής.

Κερκυραϊκά πανηγύρια

Το καλοκαίρι στην Κέρκυρα χαρακτηρίζεται από τον μεγάλο αριθμό των πανηγυριών. Όλα ξεκινούν μετά το Πάσχα, με πρώτο το πανηγύρι του μοναστηριού της Παλαιοκαστρίτσας τη Νιά Παρασκευή (της Ζωοδόχου Πηγής), ουσιαστικά όμως τα καλοκαιρινά πανηγύρια ξεκινούν στο τέλος του Μάη ή στις αρχές Ιουνίου, με το πανηγύρι της Πεντηκοστής στους Καστελλάνους της Μέσης (η Πεντηκοστή είναι κινητή γιορτή και ορίζεται με βάση την ημερομηνία εορτασμού του Πάσχα) για να κλείσουν ουσιαστικά με τα πανηγύρια της Οδηγήτριας σε πολλά χωριά.

Τα κερκυραϊκά πανηγύρια δεν έχουν καμιά σχέση με τις εμποροπανηγύρεις που στήνονται στους δρόμους γύρω από τους ναούς στην Αθήνα, ή τα οργανωμένα πανηγύρια του ηπειρωτικού χώρου. Τα κερκυραϊκά πανηγύρια είναι στην πραγματικότητα ένας συνδυασμός προσκυνήματος στον εορτάζοντα ναό και συμμετοχής σε αυτοσχέδιες συνεστιάσεις όπου επικρατεί η κρεοφαγία, το ποτό και ο χορός, υπό τον ήχο της ορχήστρας και των καμπάνων του ναού που χτυπούν ασταμάτητα «αλάρμα».

Όλα στήνονται πρόχειρα σε χώρο ελεύθερο κοντά στον ναό και οργανώνονται από τους τοπικούς πολιτιστικούς ή αθλητικούς συλλόγους των χωριών: ένας υπερυψωμένος χώρος για την ορχήστρα, κάπου κοντά οι μικροπωλητές με τα παιχνίδια τους (άλλοτε ήταν περισσότεροι, σήμερα ένας ή δύο έχουν απομείνει), πιο πέρα οι ψήστες με τα αρνιά να ψήνονται και οι ψησταριές των συλλόγων με τα σουβλάκια και τα ψυγεία με τα αναψυκτικά. Τραπέζια και καρέκλες πλαστικές σήμερα (άλλοτε σε πάγκους ή ακόμη και κάτω από τα δένδρα), απλώνονται στον γύρω χώρο όπου οι πανηγυριώτες ελεύθερα μπορούν να καθήσουν, να πιούν ή να φάνε ό,τι αυτοί προτιμούν.


Η ορχήστρα, πληρωμένη συνήθως από τους συλλόγους ή από την εκκλησία, ακολουθεί το δικό της πρόγραμμα με τοπικά παραδοσιακά τραγούδια, νησιώτικα, λαϊκά, τραγούδια γραμμένα για τις ανάγκες του πανηγυριού και του χορού ή προσαρμοσμένα στον κάθε τόπο ή χωριό. Ο χορός ελεύθερος, αναπτύσσεται σε κύκλους για μικρούς και μεγάλους, έχοντες και μη έχοντες, κατέχοντες και μη κατέχοντες.

Απαραίτητος σε κάθε κερκυραϊκή γιορτή και πανηγύρι είναι ό «άρτος» ή το «αρτόπουλο» (μικρός άρτος): αρτοσκεύασμα φτιαγμένο από φίνο αλεύρι, ζάχαρη και αρωματικές ουσίες, με κυρίαρχο το γλυκάνισο και το σουσάμι. Φρέσκος και αφράτος λιώνει στο στόμα, πιο ξερός σε μεθά με το άρωμα του γλυκάνισου.

Σε κάθε γιορτή και πανηγύρι ο άρτος είναι πολύς και μάλιστα «free», σύμφωνα με την έκφραση νεαρού προσκυνητή στη γιορτή του Δεκαπενταύγουστου. Η πλούσια προσφορά άρτου αποτελεί χαρακτηριστικό γνώρισμα των κερκυραϊκών γιορτών και πανηγυριών. Οι πανηγυριώτες, που θα περάσουν από την εκκλησία, από την παραμονή το βράδυ, μετά τον εσπερινό και την αρτοκλασία, και έως το βράδυ της ημέρας της εορτής θα βρουν τον επίτροπο του ναού να τους προσφέρει «άρτο», όχι έναν αλλά δύο και τρείς. Οι εκκλησίες φροντίζουν να προμηθεύονται μεγάλες ποσότητες ώστε να φθάσει για όλους. Οι φούρνοι, ειδικά στις μέρες που οι ναοί που γιορτάζουν είναι πολλοί, όπως για παράδειγμα στις γιορτές της Παναγίας, κυριολεκτικά δεν προφθάνουν για να ανταποκριθούν στη ζήτηση. Ο καθαγιασμός των πέντε άρτων το βράδυ της παραμονής ή την ημέρα της εορτής απλώνεται και στη μεγάλη ποσότητα των μικρών άρτων που πρόκειται να διανεμηθούν.


Χιλιάδες τα «αρτόπουλα» που παραγγέλνονται, με έξοδα του ναού αλλά και των ενοριτών οι οποίοι συμβάλλουν, κατά την δύναμή τους προσφέροντας χρήματα στον ναό. Η αγωνία των επιτρόπων είναι μην μείνει προσκυνητής χωρίς άρτο ή άρτους. Και όσοι περισσεύουν, αυτοί μοιράζονται τις επόμενες μέρες στους ενορίτες (άλλοτε γύριζε ο επίτροπος με τους άρτους και τον δίσκο, καλώντας τους ενορίτες να προσφέρουν κάτι για τον άρτο που λάμβαναν).

Οι φωτογραφίες από το πανηγύρι της Οδηγήτριας στους Αγίους Δέκα.

Η φωτογραφία με τους άρτους, από την Ελεούσα Κυνοπιαστών.